έρρωμένος (= δυνατός) έρρωμένος (θ. έρρωμενο) έρρωμεν-έσ-τερος έρρωμεν-έσ-τατος, ρώννυμι (= δυναμώνω

by kwlwglw

έρρωμένος (= δυνατός) έρρωμένος (θ. έρρωμενο) έρρωμεν-έσ-τερος έρρωμεν-έσ-τατος, ρώννυμι (= δυναμώνω [http://jrammatikhthcarxaiasellhnikhs.wordpress.com/], [http://grammatikws.blogspot.gr/2012/11/jrammatikhthcarxaiasellhnikhs.html]