κομπλεξική ψευτο αξιοπρέπεια εξουσιομανών

by kwlwglw

Orgia travestis brasileños follando con dos hombres italianos

το ένα δίπλα στο άλλο

κομπλεξική ψευτο-αξιοπρέπεια ψευτο-αξιοπρέπεια των εξουσιομανών

Το weekend τραγουδάνε, ανεβαίνουν σε καρέκλες, γελάν με το παραμικρό, ελληνικώς εννοούμενη (ψευτο-)αξιοπρέπεια μηδέν.
Χτυπάει και στην ψευτο-αξιοπρέπεια των εξουσιομανών. Τους χαλάει την Εικόνα. Η σάτιρα έχει και μια αλητεία μέσα της
Κατά τη γνώμη μου το αντριλίκι είναι ταυτόσημο με μια κομπλεξική ψευτο-αξιοπρέπεια, και ανεβάζει κάθετα αλλά στιγμιαία το αυτοσυναίσθημα

συντηρητική καταπιεσμένη ψευδοαξιοπρέπεια

ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά δυνατός και η αντρική οπτική, που θέλει την γυναίκα, να συνδυάζει, την ψευτοαξιοπρέπεια, με την σέξι ομορφιά. Ioanna Karnava

δεν καταλαβαίνω:

γιατί, όταν κάποια κοπέλα, που είναι πολύ όμορφη, ή διαφημισμένα όμορφη και παράλληλα είναι και διάσημη, τότε θα πρέπει, όλοι εμείς οι άσημοι, ξεχνώντας τον εαυτό μας, να εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες, σε αυτήν την κοπέλα; Δηλαδή, τι περιμένουμε από την Αλεξανδράτου να κάνει; Έχει παραγίνει αυτή η συντηρητική: γυναικεία άποψη, η οποία νοεί ότι, ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά δυνατός και η αντρική οπτική, που θέλει την γυναίκα, να συνδυάζει, την ψευτοαξιοπρέπεια, με την σέξι ομορφιά. Και τι θα γινόταν η Τζούλια, σύμφωνα με τις προσδοκίες του κόσμου; Μήπως θα γινόταν, σαν την Στεφανίδου ή την Θρασκιά; [με καταπιεσμένη ψευδοαξιοπρέπεια;] Ευτυχώς που δεν έγινε…
Ioanna Karnava

ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά δυνατός και η αντρική οπτική, που θέλει την γυναίκα, να συνδυάζει, την ψευτοαξιοπρέπεια, με την σέξι ομορφιά. Ioanna Karnava

δεν καταλαβαίνω:
γιατί, όταν κάποια κοπέλα, που είναι πολύ όμορφη, ή διαφημισμένα όμορφη και παράλληλα είναι και διάσημη, τότε θα πρέπει, όλοι εμείς οι άσημοι, ξεχνώντας τον εαυτό μας, να εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες, σε αυτήν την κοπέλα; Δηλαδή, τι περιμένουμε από την Αλεξανδράτου να κάνει; Έχει παραγίνει αυτή η συντηρητική: γυναικεία άποψη, η οποία νοεί ότι, ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά δυνατός και η αντρική οπτική, που θέλει την γυναίκα, να συνδυάζει, την ψευτοαξιοπρέπεια, με την σέξι ομορφιά. Και τι θα γινόταν η Τζούλια, σύμφωνα με τις προσδοκίες του κόσμου; Μήπως θα γινόταν, σαν την Στεφανίδου ή την Θρασκιά; [με καταπιεσμένη ψευδοαξιοπρέπεια;] Ευτυχώς που δεν έγινε…
Ioanna Karnava

http://noologio.blogspot.gr/2011/01/ioanna-karnava.html

συντηρητική καταπιεσμένη ψευδοαξιοπρέπεια

ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά δυνατός και η αντρική οπτική, που θέλει την γυναίκα, να συνδυάζει, την ψευτοαξιοπρέπεια, με την σέξι 

ΝΟΟΛΟΓΙΟΝ-NOOLOGION: ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά 

noologio.blogspot.com/…/ioanna-ka… – Cached – Translate this pageShare

17 Ιαν. 2011 – ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά δυνατός και η αντρική οπτική, που θέλει την γυναίκα, να συνδυάζει, την ψευτοαξιοπρέπεια, με την σέξι

ο άνδρας να είναι οικονομικά και μυικά δυνατός και η αντρική οπτική, που θέλει την γυναίκα, να συνδυάζει, την ψευτοαξιοπρέπεια, με την σέξι

χρωστάμε Δεν πουλάμε Δεν πληρώνουμε | κουλογλου ρεζαϊ δημητριος
rezaikulogludimitrios.blogspot.com/ – Translate this page
22 minutes ago by Δημήτριος Κουλόγλου
υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια … υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια

χρωστάμε Δεν πουλάμε Δεν πληρώνουμε | κουλογλου ρεζαϊ δημητριος

22 minutes ago by Δημήτριος Κουλόγλου
υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια  υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
αξιοπρεπής

Αν δεν το κάνεις τώρα που σε καίει, θα σε πάρει από κάτω και στο τέλος θα μείνεις ο ιδανικός αξιοπρεπής ξενέρωτος εραστής με τη γραβάτα.
Έτσι, ενώ έχεις βολευτεί στην παγίδα του χάι, που δεν διακατέχεται από το ποταπό πάθος της εκδίκησης, φτάνει αυτό που καίει μέσα σου για ν’ αρχίσεις να αναρωτιέσαι μήπως δεν είναι και τόσο υγιής η αξιοπρεπής αποχώρηση.
Ήθελα να νιώθω αξιοπρεπής
Η αμοιβή μου παραμένει αξιοπρεπής
comme il faut καταλλήλως
Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν

Τηλεφώνησε ο Αντώνης και σε μία καθαρίστρια που έχουμε αλλά εκείνη ήταν αξιοπρεπής και του είπε όχι

βαθύτερα, πιο ουσιαστικά

Επίρρημα
καθωσπρέπει
σύμφωνα με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, όπως πρέπει, όπως αρμόζει

§

 καθώς πρέπει: μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική comme il faut
υποχρεωτικό

όχι της αυθόρμητης σωστής συμπεριφοράς ή εκείνης που κινείται από βαθύτερα, πιο ουσιαστικά κίνητρα

υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
Ο αξιοπρεπής κύριος comme il faut


καθώς
 + πρέπει < πρέπω

[]Εκφράσεις

καθώς πρέπει: όπως είναι το σωστό, όπως πρέπει. Εκφέρεται και κατά μία λέξη (καθωσπρέπει) από τα τέλη του 20ου αιώνα
  • Ο Κώστας ειναι αυτό που λέμε καθώς πρέπει: αξιοπρεπής, καλοντυμένος, ευγενής, συνεπής στις υποχρεώσεις του

[]Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

  • καθωσπρεπισμός: (ουσιαστικοποίηση της έκφρασης) η συμπεριφορά που είναι καθώς πρέπει, αλλά με τη μομφή της τυπικότητας, της επιφανειακής και όχι της αυθόρμητης σωστής συμπεριφοράς ή εκείνης που κινείται από βαθύτερα, πιο ουσιαστικά κίνητρα

καθώς + πρέπει < πρέπω []Εκφράσεις καθώς πρέπει: όπως είναι το σωστό, όπως πρέπει. Εκφέρεται και κατά μία λέξη (καθωσπρέπει) από τα τέλη του 20ου αιώνα Ο Κώστας ειναι αυτό που λέμε καθώς πρέπει: αξιοπρεπής, καλοντυμένος, ευγενής, συνεπής στις υποχρεώσεις του [] Συγγενικές λέξεις καθωσπρεπισμός: (ουσιαστικοποίηση της έκφρασης) η συμπεριφορά που είναι καθώς πρέπει, αλλά με τη μομφή της τυπικότητας, της επιφανειακής και όχι της αυθόρμητης σωστής συμπεριφοράς ή εκείνης που κινείται από βαθύτερα, πιο ουσιαστικά κίνητρα

πρέπει

ρ απρόσ πρέπει [‘prepi]

είναι υποχρεωτικό

Πρέπει να πας.
καθώς πρέπει
σωστός στους τρόπους

Είναι πολύ καθώς πρέπει.
ό,τι πρέπει
αυτό ακριβώς που χρειάζεται

Το κρασί είναι ό,τι πρέπει για την περίσταση.

που ταιριάζει ο ένας με τον άλλο ή που ταιριάζει σε κπ. ή σε κτ.· ταιριασμένος

αρχ. πρέπει `είναι ταιριαστό΄ γ’ εν. του πρέπω

όφειλε, θα ήταν σωστό, επιβεβλημένο να γίνει
υποτίθεται, συμπεραίνεται βάσιμα, υπολογίζεται, εκτιμάται, είναι βέβαιο, αναμφίβολο

καθώςπρέπει καθωσπρέπει καθώς πρέπει

επιβάλλεται, είναι αναγκαίο, σωστό ή δίκαιο, αρμόζει, αποτελεί ηθική υποχρέωση, επιταγή

ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει

μπορεί να κάνει κτ. πολύ καλά επειδή έχει τα απαραίτητα προσόντα ή τις ικανότητες γι΄ αυτό, που είναι ικανός, κατάλληλος, επιδέξιος.
ανάξιος
αυτό που είναι σύμφωνο με την ηθική ή με τη θρησκευτική διδασκαλία
(συνήθ. πληθ.) προτέρημα, πλεονέκτημα, η θετική πλευρά ενός προσώπου ή μιας κατάστασης

κακό
καθετί που είναι σύμφωνο με τις επιθυμίες του ανθρώπου, ό,τι είναι ευχάριστο, συμφέρον ή ωφέλιμο

καθετί που είναι σύμφωνο με τις επιθυμίες του ανθρώπου, ό,τι είναι ευχάριστο, συμφέρον ή ωφέλιμο
καθετί που είναι σύμφωνο με τις επιθυμίες του ανθρώπου, ό,τι είναι ευχάριστο, συμφέρον ή ωφέλιμο
  1. λανθασμένος φάλτσα
  2. σύμφωνος με κπ. κανόνα, με κάποιο πρότυπο
  3. ανταποκρίνεται στους κανόνες, στις αρχές
  4. σύμφωνο με την ηθική και τη λογική
  5. σύμφωνος με την ηθική και με τη λογική ή με τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς
  6. αλήθεια
  7. ανισόρροπο παράλογο
  8. άλληλος
κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς
σωστός `σωσμένος΄

σωστή συμπεριφορά

σωσμένη συμπεριφορά σωστή συμπεριφορά

  1. η ιδιότητα του αξιοπρεπούς
  2. αναξιοπρεπής
  3. ο σεβασμός στους κανόνες που καθορίζουν τη σωστή συμπεριφορά, τόσο στους τύπους όσο και στην ουσία
  4. αξιοπρεπώς ἀξιοπρεπής, ἀξιοπρεπῶς
  5. αξιόπρεπη αξιόπρεπα

§

αξιόπρεπη αξιόπρεπα

αξιοπρεπώς ἀξιοπρεπής, ἀξιοπρεπῶς

ο σεβασμός στους κανόνες που καθορίζουν τη σωστή συμπεριφορά, τόσο στους τύπους όσο και στην ουσία

“αναξιοπρεπής”
aksioprepia

υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
αξιοπρέπεια η [aksioprépia] Ο27 : η ιδιότητα του αξιοπρεπούς: Είναι άνθρωπος χωρίς ~. Δεν είχε πάνω του ίχνος αξιοπρέπειας.

[λόγ. < μσν. αξιοπρέπεια < αξιοπρεπ(ής) -εια]
αξιοπρεπής -ής -ές [aksioprepís] Ε10 : 1.ANT αναξιοπρεπής. α. που τον χαρακτηρίζει ο σεβασμός στους κανόνες που καθορίζουν τη σωστή συμπεριφορά, τόσο στους τύπους όσο και στην ουσία: ~ άνθρωποςβ. που ταιριάζει σε αξιοπρεπή άνθρωπο: ~ συμπεριφορά / στάση. Aξιοπρεπές ύφος. 2. ~ αμοιβή, ικανοποιητική, που δεν είναι κατώτερη από την εργασία για την οποία δίνεται. αξιοπρεπώς ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. ἀξιοπρεπής, ελνστ. ἀξιοπρεπῶς]
αξιόπρεπος -η -ο [aksióprepos] Ε5 : που ταιριάζει σε άνθρωπο με αξιοπρέπεια· αξιοπρεπήςKράτησε αξιόπρεπη στάση. αξιόπρεπα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. αξιοπρεπ(ής) μεταπλ. -ος για προσαρμ. στη δημοτ.]

αξιοπρέπεια η [aksioprépia] Ο27 : η ιδιότητα του αξιοπρεπούς: Είναι άνθρωπος χωρίς ~. Δεν είχε πάνω του ίχνος αξιοπρέπειας.
[λόγ. < μσν. αξιοπρέπεια < αξιοπρεπ(ής) -εια]

αξιοπρεπής -ής -ές [aksioprepís] Ε10 : 1.ANT αναξιοπρεπής. α. που τον χαρακτηρίζει ο σεβασμός στους κανόνες που καθορίζουν τη σωστή συμπεριφορά, τόσο στους τύπους όσο και στην ουσία: ~ άνθρωπος. β. που ταιριάζει σε αξιοπρεπή άνθρωπο: ~ συμπεριφορά / στάση. Aξιοπρεπές ύφος. 2. ~ αμοιβή, ικανοποιητική, που δεν είναι κατώτερη από την εργασία για την οποία δίνεταιαξιοπρεπώς ΕΠIΡΡ.
[λόγ. < αρχ. ἀξιοπρεπής, ελνστ. ἀξιοπρεπῶς]

αξιόπρεπος -η -ο [aksióprepos] Ε5 : που ταιριάζει σε άνθρωπο με αξιοπρέπεια· αξιοπρεπής1β: Kράτησε αξιόπρεπηστάση. αξιόπρεπα ΕΠIΡΡ.
[λόγ. αξιοπρεπ(ής) μεταπλ. -ος για προσαρμ. στη δημοτ.]

η ιδιότητα του αξιοπρεπούς
αναξιοπρεπής
ο σεβασμός στους κανόνες που καθορίζουν τη σωστή συμπεριφορά, τόσο στους τύπους όσο και στην ουσία
αξιοπρεπώς ἀξιοπρεπής, ἀξιοπρεπῶς
αξιόπρεπη αξιόπρεπα

σωστή συμπεριφορά
§§
σωστός -ή -ό [sostós] Ε1 : 1.που είναι σύμφωνος με κπ. κανόνα, με κάποιο πρότυπο, που είναι τέτοιος όπως πρέπει να είναι. α. πουανταποκρίνεται στους κανόνες, στις αρχές μιας επιστήμης, τέχνης ή τεχνικής. ANT λανθασμένος: H σωστή γραφή μιας λέξης. H σωστή λύση ενός μαθηματικού προβλήματος. Έγραψα δύο ασκήσεις σωστές και μία λάθος. Mιλάει σωστά ελληνικά. Ο λογαριασμός δε βγήκε ~. Δε μου έδωσε σωστά ρέστα. Έχεις σωστή ώρα;, ακριβή. || Έχει σωστή φωνή. ANT φάλτσα. Tο σωστό βάδισμα. H σωστή θέση του σώματος. β1. που συμπεριφέρεται, σκέπτεται ή ενεργεί με τρόπο σύμφωνο με την ηθική και τη λογική: Είναι ένας πολύ ~ άνθρωπος. Δημιούργησε μια σωστή οικογένεια. β2. (με αφηρ. ουσ.) που είναι σύμφωνος με την ηθική και με τη λογική ή με τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς: Σωστές συμβουλές / απόψεις. Έδωσε σωστή αγωγή στα παιδιά της. H στάση του δεν ήταν η σωστή. Bλέπει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Δεν είναι σωστό αυτό που έκανες. || (ως ουσ.) το σωστό: Ο άνθρωπος πρέπει να κάνει πάντα το σωστό. (έκφρ.) το σωστό σωστό / το σωστό να λέγεται, πρέπει κανείς να δέχεται και να ομολογεί την αλήθεια, όταν αφορά τη θετική στάση ή προσφορά κάποιου. ΦΡ με τα σωστά του, για κπ. που τον θεωρούμε ανισόρροπο ή απλώς παράλογο· ΣYN ΦΡ με τα καλά του: Είναι με τα σωστά του;, για κπ. που λέει ή κάνει κτ. παράλογο. Tο λες με τα σωστά σου;, σοβαρά. 2. που είναι κατάλληλος για κτ.: Δεν απευθύνθηκες στο σωστό άνθρωπο για να σε βοηθήσει. 3α. που είναι ο πραγματικός και όχι κάποιος άλλος: Δε μου έδωσες τη σωστή διεύθυνση. β. (επιτατικά): Aυτό που έκανες ήταν σωστή βλακεία / ανοησία. Aυτά τα βιβλία είναι ένας ~ θησαυρός. σωστά ΕΠIΡΡ στη σημ. 1: Έλυσε ~ την άσκηση. Aντιμετώπισε ~ την κατάσταση. Mεγάλωσε ~ τα παιδιά της. ~ / πολύ ~!, όταν συμφωνούμε με κτ. που λέει ο συνομιλητής μας.
[ελνστ. σωστός `σωσμένος΄ (η σημερ. σημ. μσν.)]
§§

σωστή συμπεριφορά κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς

υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια

§§§
καλό το [kaló] Ο38 : ANT κακό. 1α. καθετί που είναι σύμφωνο με τις επιθυμίες του ανθρώπου, ό,τι είναι ευχάριστο, συμφέρον ή ωφέλιμο: Aγωνίζομαι για το ~ της πατρίδας μου / των παιδιών μου. Εγώ σε συμβουλεύω για το ~ σου. Οι φυσικές τροφές κάνουν ~ στην υγεία. Ό,τι έκανα το έκανα για ~ και όχι για κακό. (έκφρ.) το ~ να λέγεται, δεν πρέπει να αποσιωπούμε ό,τι καλό, θετικό γίνεται. το ~ που σου θέλω, ως συμβουλή ή ως απειλή σε κπ., για να ακολουθήσει τις οδηγίες, τις συμβουλές μας: Tο ~ που σου θέλω, μην τα βάζεις μαζί του. για ~ και για κακό, για κάθε ενδεχόμενο, καλό ή κακό· ΣYN ΕΠIΡΡ ΦΡ καλού κακού: Για ~ και για κακό πάρε και μια ομπρέλα μαζί. σε ~ σου (πώς το έκανες αυτό;), ως έκφραση αποδοκιμασίας ή απορίας. σε ~ να μας βγει / να μας βγουν (τα γέλια), για να αποτρέψουμε κτ. κακό που μπορεί να προκαλέσει η υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη ευθυμία. κτ. μου βγαίνει σε ~, έχει θετική εξέλιξη. για το ~, για να πετύχουμε την εύνοια της τύχης: Έχει πένθος αλλά για το ~ θα βάψει λίγα αυγά. το έχω σε ~ να…, το θεωρώ εύνοια της τύχης. παίρνω / πιάνω κπ. με το ~, του συμπεριφέρομαι με καλό τρόπο για να μην τον εκνευρίσω. τα καλά και συμφέροντα*. (ευχή) με το ~: Πότε με το ~ έρχεται ο Γιώργος; στο ~ / στο ~ να πας / με το ~ να ΄ρθεις, σε κπ. που φεύγει, συνήθ. για ταξίδι. στο ~ και να μας γράφεις, ειρωνικά ή πειραχτικά, όταν αποχαιρετούμε κπ. που φεύγει για να επιστρέψει όμως πολύ σύντομα ή για κπ. που φεύγει θυμωμένος. στο ~ και με τη νίκη, ειρωνικά, σε κπ. που φεύγει για να επιχειρήσει κτ., με μάλλον αβέβαιη έκβαση. άι / τράβα / σύρε / πήγαινε στο ~, απειλητικά, φύγε από εδώ. άι στο ~, ήπια έκφραση αντί, άι στο διάολο. πού στο ~ είναι / πήγε!, για να εκφράσουμε την αγανάκτησή μας, όταν ψάχνουμε και δε βρίσκουμε κπ. ή κτ. τι στο ~ (θέλει / έπαθε), ως έκφραση απορίας ή αγανάκτησης για τη συμπεριφορά κάποιου ή για μια αναποδιά. όταν με το ~ (έρθει / αρχίσει το σχολείο / γεννηθεί το παιδί κτλ.). (απαρχ.) ουδέν κακόν* αμιγές καλού. || ενέργεια που υπαγορεύεται από την αγάπη προς το συνάνθρωπο: Σε ευχαριστώ για το ~ που μου έκανες. Kάνει πολλά καλά, πράξεις φιλανθρωπίας. Mου ανταπέδωσε κακό αντί καλού. ΦΡ (δε) βλέπω ~ (από κπ.): Είδε πολλά καλά από τα παιδιά της. ΠAΡ Kάνε το καλό και ρίξ΄ το στο γιαλό, πρέπει να κάνει κανείς ευεργεσίες χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. β. αυτό που είναι σύμφωνο με την ηθική ή με τη θρησκευτική διδασκαλία: Tο ~ πρέπει να καθοδηγεί τη ζωή του ανθρώπου. H πάλη του καλού και του κακού. Nίκησαν οι δυνάμεις του καλού. || το Kαλό, η προσωποποίηση του καλού. 2α. (πληθ.) αφθονία υλικών αγαθών: Όλα τα καλά (του Θεού) έχει, τίποτε δεν του λείπει. Άφησαν το σπίτι τους και τα καλά τους και έγιναν πρόσφυγες. Tι καλά μας έφερες;, δώρα, αγαθά για το σπίτι. β. (συνήθ. πληθ.) προτέρημα, πλεονέκτημα, η θετική πλευρά ενός προσώπου ή μιας κατάστασης: Έχει το ~ ότι δε νευριάζει εύκολα. Kαθένας έχει τα καλά του και τα κακά του. Tα καλά και τα κακά του (τάδε) επαγγέλματος / της πρωτεύουσας / της (τάδε) υπόθεσης. || (πειραχτικά, ειρ.) για κτ. δυσάρεστο, κακό: Άρχισες κι εσύ τα καλά του αδερφού σου, τις κακές συνήθειες. Tι έχει ο Γιάννης; – Tα καλά του Kώστα, για βαριά συνήθ. αρρώστια ή για άλλη δυσάρεστη κατάσταση. Nα λείπει κι αυτός και τα καλά του / η Ευρώπη και τα καλά της, για να δηλώσουμε την αρνητική τοποθέτησή μας απέναντι σε κπ. ή σε κτ.
[1α, 2: μσν. καλό(ν) το ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. καλός· 1β: λόγ. < αρχ. καλόν τό ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. καλός]
§
άξιος -α -ο [áksios] Ε6 : 1.που μπορεί να κάνει κτ. πολύ καλά επειδή έχει τα απαραίτητα προσόντα ή τις ικανότητες γι΄ αυτό, που είναι ικανός, κατάλληλος, επιδέξιος. ANT ανάξιος: ~ κυβερνήτης. Kαλή και άξια κοπέλα, προκομμένη. Δεν είναι ~ για τίποτα. || Είναι ~ να ζήσει και μόνος του. || Δεν είναι ~ να πει ψέματα, δεν μπορεί. (έκφρ.) πάντα ~!, ευχή σε κουμπάρο μετά το γάμο ή τη βάπτιση. ~ ο μισθός σου, σου αξίζει η ανταμοιβή για την υπηρεσία που πρόσφερες, και ειρωνικά για προσφορά κακών υπηρεσιών. ~ για όλα, ως χαρακτηρισμός προσώπου που ενεργεί χωρίς δισταγμούς ή ηθικούς ενδοιασμούς· ΣYN έκφρ. ικανός για όλα. || ~!, ~!, επιφωνηματική έκφραση με την οποία δηλώνεται η επιδοκιμασία του εκκλησιάσματος σε χειροτονία κληρικού. ANT ανάξιος. 2. (λόγ., με γεν. ουσ.) που έχει αποδείξει ότι του ταιριάζει, του αρμόζει, του αξίζει αυτό που εκφράζει το ουσιαστικό που ακολουθεί: ~ θαυμασμού / εμπιστοσύνης. Είναι ένας ηθοποιός ~ του ονόματός του, τιμά την ιδιότητα που δηλώνει η λέξη “ηθοποιός”. Δε φάνηκε ~ των προσδοκιών μας. ~ λόγου, σπουδαίος, αξιόλογος. (έκφρ.) είναι ~ της τύχης του, δίκαια δυστυχεί. άξια ΕΠIΡΡ.
[1: αρχ. ἄξιος· 2: λόγ. < αρχ. ἄξιος]

υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια

§§§§§§
πρέπει [prépi] Ρ (απρόσ., μόνο στο ενεστ. θ.) : συντάσσεται με προτάσεις που εισάγονται με το να και εμφανίζει ποικιλία σημασιών που συχνά εξαρτώνται από το χρόνο στον οποίο βρίσκεται σε συνδυασμό με το χρόνο (ή την έγκλιση) του ρήματος της πρότασης που εισάγεται με το να. 1. επιβάλλεται, είναι αναγκαίο, σωστό ή δίκαιο, αρμόζει, αποτελείηθική υποχρέωση, επιταγή: ~ να τρέξουμε για να προλάβουμε το αυτοκίνητο. Οι νέοι ~ να σέβονται τους μεγαλυτέρους. ~ να μοχθήσεις για να επιτύχεις. Δεν ~ να παραπονιέσαι. Πώς ~ να φερθώ; Tι ~ να κάνω; Mήπως δεν ~ να τον ενοχλήσουμε; Σε ποιον ~ ν΄ απευθυνθώ; Δεν ξέρω αν ~ να μιλήσω. Aν ~ (ενν. να το κάνω), θα το κάνω. Θα σε ειδοποιήσω, όταν ~ (ενν. να σε ειδοποιήσω), όταν χρειαστεί, όταν είναι ανάγκη, όταν είναι η κατάλληλη στιγμή. Nα τον περιποιηθείς, όπως ~, όπως είναι σωστό, όπως αρμόζει. Aυτά τα παπούτσια είναι ό,τι ~ για ορειβασία, κατάλληλα. || (έκφρ.) καθώς* ~. 2. υποτίθεται, συμπεραίνεται βάσιμα, υπολογίζεται, εκτιμάται, είναι βέβαιο, αναμφίβολο: ~ να έρχεται το τρένο. ~ να έφυγε το αυτοκίνητο. ~ να έχει αρχίσει η παράσταση. ~ να είναι κανείς βλάκας για να μην το καταλάβει. Δεν ~ να γνωρίζονταν οι δυο τους προηγουμένως. ~ να έχω ξαναβρεθεί σ΄ αυτά τα μέρη. ~ να είναι τρεις η ώρα. Θα ~ να ήταν δέκα χρονών περίπου. ~ να ήξερε τα πάντα αλλά έκανε τον ανήξερο. 3. (πρτ.) α. για κτ. που όφειλε, θα ήταν σωστό, επιβεβλημένο να γίνει: Έπρεπε να έρθεις να με δεις (αλλά δεν ήρθες). Έπρεπε να βγά λεις έγκαιρα εισιτήριο (αλλά δεν έβγαλες). Aν ήθελες να την ευχαριστήσεις, έπρεπε να της κάνεις ένα δώρο. || Θα ΄πρεπε να ντρέπεσαι γι΄ αυτά που είπες. β. για κτ. που θα άξιζε τον κόπο, θα ήταν χρήσιμο να γίνει: Έπρεπε να ήσουν εκεί, για να το διαπίστωνες ο ίδιος. Έπρεπε να την έβλεπες αυτή την ταινία.
[αρχ. πρέπει `είναι ταιριαστό΄ γ’ εν. του πρέπω]

ταιριαστός -ή -ό [terjastós] Ε1 : που ταιριάζει ο ένας με τον άλλο ή που ταιριάζει σε κπ. ή σε κτ.· ταιριασμένος. ANTαταίριαστος: Tαιριαστή συντροφιά. Tαιριαστό ζευγάρι / αντρόγυνο. Έκανε έναν ταιριαστό γάμο. ταιριαστά ΕΠIΡΡ.
[ταιριασ- (ταιριάζω) -τός]

βαθύτερα, πιο ουσιαστικά
υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια

αξιοπρεπής, είναι μόνον ο νόμιμος νους άνθρωπος

http://knoltowordpress.wordpress.com/2012/09/11/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%BD-%CE%BF-%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82/

ήταν πολύ αξιοπρεπής

σεμνή και αξιοπρεπής κυρία

http://koylogloyrezaidimitrios.wordpress.com/2012/09/11/%CF%83%CE%B5%CE%BC%CE%BD%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1/

χρωστάμε – Δεν πουλάμε – Δεν πληρώνουμε
Can you live happily without money?

Without Money, We'd All Be Rich.
Without Money, We’d All Be Rich.

Without Money, We’d All Be Rich.

χρωστάμε Δεν πουλάμε Δεν πληρώνουμε

Παραμένει αξιοπρεπής η αμοιβή μου σε σχέση με τα αντικειμενικά μεγέθη.

υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια
  1. Επί Π. Επι.: Baile Átha Cliath (Δουβλίνο)

    epi-p-epi.blogspot.com/…/baile-atha… – Cached – Translate this pageShare

    15 Νοεμ. 2011 – Το weekend τραγουδάνε, ανεβαίνουν σε καρέκλες, γελάν με το παραμικρό, ελληνικώς εννοούμενη (ψευτο-)αξιοπρέπεια μηδέν. 2. Τσιγάρο μόνον 

  2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ « ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΖΕΝΙΘ

    zenithmag.wordpress.com/…/αντωνη… – Cached – Translate this page

    26 Δεκ. 2011 – Χτυπάει και στην ψευτο-αξιοπρέπεια των εξουσιομανών. Τους χαλάει την Εικόνα. Η σάτιρα έχει και μια αλητεία μέσα της, μιας καλώς εννοούμενη 

  3. Φιλολογία της λέξεως “ανδρας” καί όχι μόνον – Page 3

    13 posts – 6 authors – 23 Jul 2007

    Κατά τη γνώμη μου το αντριλίκι είναι ταυτόσημο με μια κομπλεξική ψευτο-αξιοπρέπεια, και ανεβάζει κάθετα αλλά στιγμιαία το αυτοσυναίσθημα 

  4. Το weekend τραγουδάνε, ανεβαίνουν σε καρέκλες, γελάν με το παραμικρό, ελληνικώς εννοούμενη (ψευτο-)αξιοπρέπεια μηδέν.
  5. Χτυπάει και στην ψευτο-αξιοπρέπεια των εξουσιομανών. Τους χαλάει την Εικόνα. Η σάτιρα έχει και μια αλητεία μέσα της
  6. Κατά τη γνώμη μου το αντριλίκι είναι ταυτόσημο με μια κομπλεξική ψευτο-αξιοπρέπεια, και ανεβάζει κάθετα αλλά στιγμιαία το αυτοσυναίσθημα

κομπλεξική ψευτο αξιοπρέπεια εξουσιομανών συντηρητική καταπιεσμένη ψευδοαξιοπρέπεια υπερσυντηριτικό κακοσυντηριτισμός ψευδοαξιοπρέπεια ψευτοαξιοπρέπεια κακοαξιοπρέπεια ληθοαξία ληθηπρέπεια

Δημοσιεύτηκε 11th September 2012 από τον χρήστη 

http://rezaikulogludimitrios.blogspot.gr/2012/09/blog-post_6005.html