πείρομαι, δοκώ, τείνω, ρέπω, ρέω

by kwlwglw

πείρομαι, δοκώ, τείνω, ρέπω, ρέω

http://knoltowordpress.wordpress.com/2012/07/16/προσπαθώ/

προσπαθώ
ποιεῖν πειρῶνται
πείρω
δοκέω δοκώ δοκῶ πείρομαι πείρω πειρῶ
αντίς, !ΥΠΕΡΚΑΡΑΜΑΛΑΚισμένο!, να λέγεις-νοείς την ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΚΗ λέξη: «προσπάθεια», ΝΑ λέγεις-νοείς, την λέξη-νόημα: «έργο»-«εργασία» {πρόζεκτ}, προϊτζέκτ
[εργάζομαι αντί προσπαθώ]
noun
ναύλο fare, nylon
τιμή price, value, honor, rate, cost, fare
ναύλος fare, freight, freightage
κομίστρο fare
τροφή food, feed, diet, nourishment, nutrition, fare
verb
διάγω fare
περνώ pass, cross, come across, go by, get by, fare


πειράοµαι > πειρῶµαι. πειράῃ / πειράει > πειρᾷ πειράεται > πειρᾶται. πειραόµεθα > πειρώµεθα πειράεσθε > πειρᾶσθε πειράονται > πειρῶνται
Sidonie Gabrielle Colette
Colette (pronounced: [kɔ.lɛt]) was the surname of the French novelist and performer Sidonie-Gabrielle Colette (28 January 1873 – 3 August 1954). She is best known for her novel Gigi, upon which Lerner and Loewe based the stage and film musical comedies of the same title.
προσπαθώ (εργάζομαι ενδιαφέρομαι τείνω ρέπω ρέω ασκώ δοκώ δοκιμάζω “επιχειρώ”) experiri try πάω βαίνω
try προσπαθώ, δοκιμάζω, εκδικάζω, δικάζω
attempt επιχειρώ, προσπαθώ, δοκιμάζω
endeavor προσπαθώ, πασχίζω
strive προσπαθώ, αγωνίζομαι, πασχίζω
exert oneself προσπαθώ, καταβάλλω προσπάθειες
exert ασκώ, προσπαθώ, καταβάλλω δυνάμεις, μεταχειρίζομαι
§
verb
TEMPTO TRY, FEEL, PALP, TOUCH, ESSAY, TEST
TENTO TRY, FEEL, PALP, TOUCH, ESSAY, TEST
TENDO STRETCH, STRAIN, EXTEND, HOLD, SPREAD, TRY
CONOR SEEK, MAKE ESSAY, MAKE AN EFFORT, TRY, ATTEMPT, ENDEAVOUR
PROBO ESSAY, TEST, TRY, CHECK, ATTEMPT, ASSAY
RETEMPTO TRY
RETENTO TRY
EXPERIOR TEST, TRY, ATTEMPT, EXPERIENCE, PUT TO THE TEST, TEST BY LAW
PERICLITOR TEST, TRY, RISK, INCUR, VENTURE, BE BOLD
GUSTO TASTE, GET A TASTE, HAVE A SNACK, PARTAKE, TRY, RELISH
ADTEMPTO ATTACK, ASSAIL, TRY
IUDICO JUDGE, ADJUDGE, ADJUDICATE, JURY, EXAMINE, TRY
DEGUSTO TEST, TASTE, TRY, GRAZE, LICK
JUDICO JUDGE, ADJUDGE, ADJUDICATE, JURY, EXAMINE, TRY
AFFECTOR AIM AT, ASPIRE, DESIRE, TRY, PRETEND, FEIGN
ADTENTO ATTACK, ASSAIL, TRY
SCIO KNOW, KNOW HOW TO, UNDERSTAND, CAN, PERCEIVE, TRY
COGNOSCO ACQUAINT, BECOME ACQUAINTED WITH, KNOW, READ, LEARN, TRY
ADFECTOR AIM AT, ASPIRE, DESIRE, TRY, PRETEND, FEIGN
IN JUS VOCO SUE, TRY
IN IUS VOCO SUE, TRY
noun
CONATUM EFFORT, INCLINATION, STRUGGLE, EXERTION, UNDERTAKING, TRY
CONATUS EFFORT, INCLINATION, STRUGGLE, EXERTION, UNDERTAKING, TRY
TEMPTAMEN TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
TENTAMEN TRIAL, TENTAMEN, TEST, PROOF, ESSAY, TRY
CONAMEN EFFORT, INCLINATION, STRUGGLE, EXERTION, UNDERTAKING, TRY
TEMPTAMENTUM TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
TENTAMENTUM TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
TEMPTATIO TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
TENTATIO TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
CONATIO EFFORT, INCLINATION, STRUGGLE, EXERTION, UNDERTAKING, TRY
ATTENTATIO ATTEMPTING, ATTEMPT, TRYING, TRY
ADTENTATIO ATTEMPTING, ATTEMPT, TRYING, TRY
προσπάθεια experiri εμπειρία experience
προσπάθεια labore
§
«παντού, σε όλα»: περισπωμένη
ποιείν πειρώνται προσπαθούν να κάνουν
ποιείν ποιέω ποιώ
πειρώνται πειράομαι πειρώμαι
experimentis
πειρῶντε
ποιῶ
πειρῶνται
ποιεῖν πειρῶνται
ποιεῖν
EXPERIMENTALLY USU, EXPERIMENTIS
experiments πειράματα
πείραμα experimentum test PROBATIO προβαίνω βαίνω go ire
βαίνω [véno] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : (λόγ.) προχωρώ, εξελίσσομαι: H κρίση βαίνει προς εκτόνωση. Όλα βαίνουν καλώς.
[λόγ. < αρχ. βαίνω]
EXPERIMENT EXPERIMENTUM, PERICULUM, PERICLUM
PRACTICAL EXPERIENCE EXPERIMENTUM
PROOF PIGNUS, PROBATIO, INDEX, PERICLUM, PERICULUM, EXPERIMENTUM
PROOF FROM EXPERIENCE EXPERIMENTUM
.
verb
EXPERIOR TEST, TRY, ATTEMPT, EXPERIENCE, PUT TO THE TEST, TEST BY LAW
TEMPTO TRY, FEEL, PALP, TOUCH, ESSAY, TEST
TENTO TRY, FEEL, PALP, TOUCH, ESSAY, TEST
EXPLORO SEARCH, EXAMINE, SCAN, EXPLORE, SEARCH OUT, TEST
PERTEMPTO TEST, PROBE, TRY OUT, EXPLORE, SEARCH, WEIGH
PERTENTO TEST, PROBE, TRY OUT, EXPLORE, SEARCH, WEIGH
EXAMINO SWARM, WEIGH, SCAN, TEST
PROBO ESSAY, TEST, TRY, CHECK, ATTEMPT, ASSAY
CAPIO TAKE, SEIZE, ENTHRAL, GLAMOR, TAKE UP, TEST
ATTENTO TEST, MAKE TRIAL, TAMPER WITH, ASSAIL
SPECTO AIM, LOOK, SEE, WATCH, GAZE AT, TEST
PRAETEMPTO TRY OUT, TEST, TASTE, EXAMINE, SEARCH, GROPE
DEGUNO TASTE, GLANCE AT, GRAZE, SIP, JUDGE, TEST
TORQUEO TURN, DIRECT, WRAP, ENVELOP, REVOLVE, TEST
DEGUSTO TEST, TASTE, TRY, GRAZE, LICK
PERICLITOR TEST, TRY, RISK, INCUR, VENTURE, BE BOLD
SCIO KNOW, KNOW HOW TO, UNDERSTAND, CAN, PERCEIVE, TEST
ATTEMPTO TEST, MAKE TRIAL, TAMPER WITH, ASSAIL
PRAETENTO TRY OUT, TEST, TASTE, EXAMINE, SEARCH, GROPE
noun
TENTAMENTUM TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
TEMPTAMENTUM TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
TEMPTAMEN TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
PERICLITATIO ASSAY, TEST, PROBATION, TESTING, TENTAMEN, TRIAL
TENTAMEN TRIAL, TENTAMEN, TEST, PROOF, ESSAY, TRY
PERICULUM DANGER, TRIAL, TEST, EXPERIMENT, ATTEMPT, PROOF
PERICLUM TRIAL, TEST, EXPERIMENT, ATTEMPT, PROOF, PERIL
TENTATIO TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
TEMPTATIO TRIAL, TEST, TENTAMEN, PROOF, ESSAY, TRY
COTICULA TOUCHSTONE, TEST
INDEX INDEX, DELATOR, INFORMER, INFORMANT, SIGN, TEST
OBRUZA ASSAY, TEST
TESTA BRICK, EARTHENWARE, TILE, CLAYWARE, FIGULINE, TEST
REPREHENSIO HOLDING BACK, CHECK, CHECKING, ASSAY, REVISE, TEST
PROBATIO PROOF, PROBATION, TEST, TRIAL, TESTING, ASSAY
REPRENSIO HOLDING BACK, CHECK, CHECKING, ASSAY, REVISE, TEST
OBRUSSA TEST
πείρα η [píra] Ο25 (χωρίς πληθ.) : 1. το σύνολο των γνώσεων που αποκτά κάποιος καθώς ασκεί ορισμένη δραστηριότητα (σε αντιδιαστολή προς τη θεωρητική γνώση, τη γνώση που αποκτάει με σπουδή, μελέτη μόνο)· (πρβ. εμπειρία): Nέος οδηγός, χωρίς ~. Πολύχρονη / τεράστια ~. Επαγγελματική / πολιτική ~. Έλλειψη πείρας. Nέος δικηγόρος, με καλή θεωρητική κατάρτιση βέβαια, αλλά χωρίς ~. 2. συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία, χρήσιμη στον άνθρωπο για την αντιμετώπιση προβλημάτων, καταστάσεων κτλ.: Έχω ~ της ζωής / του κόσμου, γνωρίζω τις δυσχέρειες, τις δυσκολίες της ζωής, επειδή τις έχω ζήσει. Mιλάει* η ~. (έκφρ.) από ~ / (λόγ.) εκ πείρας, επειδή έχω γνωρίσει κτ., επειδή το ξέρω από την εμπειρία μου: Γνωρίζω κτ. / μιλώ από ~.
[λόγ. < αρχ. πεῖρα]
πείραγμα το [píraγma] Ο49 : η ενέργεια του πειράζω· λόγος (ή και πράξη) με τον οποίο κάποιος προσπαθεί να προκαλέσει, για αστεϊσμό, ποικίλες αντιδράσεις του άλλου (π.χ. αμηχανία, θυμό, ζήλια κτλ.): Aστεία / αθώα / έξυπνα πειράγματα. Xυδαία πειράγματα.
[πειρακ- (πειράζω) -μα με αφομ. ηχηρ. [km > γm] ]
πειράζω [pirázo] -ομαι Ρ2.2 : 1α. ενοχλώ κπ. με λόγο ή πράξη, τον κάνω να στενοχωρηθεί, να εκνευριστεί, να θυμώσει, να προσβληθεί κτλ.: Ποιος πείραξε το παιδί; Mου είπε λόγια που με πείραξαν. Mας πείραξε η συμπε ριφορά του. Πειράχτηκε, αλλά δεν το ΄δειξε. Mε το παραμικρό πειράζεται. Έφυγε πειραγμένος,ενοχλημένος, προσβεβλημένος κτλ. β. προκαλώ, ερεθίζω κπ. για αστεϊσμό: Σοβαρά το λες ή θέλεις να με πειράξεις; Mη θυμώνεις· για να σε πειράξω το ΄πα. γ. παρενοχλώ με λόγους ερωτικούς και, συνήθ., υπαινικτικούς: Tης άρεσε να την πειράζουν. δ. (παθ., με αλληλοπαθητική σημ.): Δεν καταλάβαινες αν πειράζονταν ή τσακώνονταν στ΄ αλήθεια, αν αστεΐζονταν. 2α. βλάπτω κπ., κάνω κακό σε κπ.: Mην τον πειράξεις, γιατί θα ΄χεις να κάνεις μαζί μου. ΦΡ δεν πειράζει ούτε μυρμή γκι*. β. βλάπτω, κάνω κακό στον οργανισμό, στην υγεία κάποιου: Mε πείραξε το κρασί. Mε πειράζει η υγρασία / το κλίμα ενός τόπου. Tο κάπνισμα πειράζει. || Ο πολύς καφές πειράζει τα νεύρα / στα νεύρα. γ. ενοχλώ, προκαλώ δυσφορία: Mε πειράζει ο θόρυβος. δ. αισθάνομαι ενόχληση (δυσφορία, πόνο κτλ.) σε ορισμένο όργανο ή μέλος του σώματος: Mε πείραξε το στομάχι. Mε πείραξε το δόντι. ε. (συνήθ. στη μππ., για όργανο ή μέλος του σώματος που έχει πάθει βλάβη, που πάσχει): Είναι πειραγμένα τα νεύρα μου. Πειραγμένος στο μυαλό· (πρβ.βλαμμένος). || Πειράχτηκε η χολή του. 3α. αγγίζω πράγμα και προκαλώ γενικώς κάποια ζημιά, βλά βη κτλ.: Mην το πειράξεις, γιατί θα χαλάσει / γιατί θα πέσει. Ποιος πείρα ξε τα βιβλία και δεν τα βρίσκω στη θέση τους; || Mην πειράξεις την πληγή· θα κλείσει μόνη της. β. (για έμψυχο, άνθρ. ή ζώο) ενοχλώ, προκαλώ αγγί ζοντας: Kοιμάται, μην τον πειράζεις και ξυπνήσει. Aν το πειράξεις το σκυλί, θα σε δαγκώσει. γ. (συνήθ. σε αρνητικές προτάσεις) απλώς αγγίζω: Ούτε που το πείραξε το φαγητό. 4. (στο γ’ πρόσ.) σε ερωτήσεις: Πειράζει να φύγω τώρα; Tι σε πειράζει αν καθίσει δίπλα σου; || σε απαντήσεις: Έκαψα το φαγητό! – Δεν πειράζει. (έκφρ.) αν δε σε / σας πειράζει, αν δε σε / σας ενοχλεί. 5. (οικ. για κοπέλα) διακορεύω: Iσχυρίζεται ότι δεν την πείραξε πριν από το γάμο.
[αρχ. πειράζω `εξετάζω΄, ελνστ. σημ.: `αποπλανώ΄, μσν. σημ.: `ενοχλώ΄]
πείραμα το [pírama] Ο49 : 1. η πρόκληση ορισμένου φυσικού, φυσιολογικού ή ψυχικού φαινομένου σε συνθήκες τέτοιες που να είναι δυνατό, παρατηρώντας το μεμονωμένο να διερευνήσουμε τη φύση, τις αιτίες και τους νόμους του: Πειράματα φυσικής / χημείας. Ψυχολογικό ~. Kάνω / διεξάγω / εκτελώ ~. 2. πράξη που γίνεται για να ελεγχθεί και να δοκιμαστεί η ορθότητα μιας μεθόδου, ενός σχεδίου δράσης, μιας άποψης κτλ.: Δε νομίζω πως θα πετύχουμε, αλλά ας κάνουμε ένα ~. (έκφρ.) πειράματα θα κάνουμε (τώρα);, για αποδοκιμασία αβέβαιης πράξης.
[λόγ. < ελνστ. ή μσν. πείραμα `αποτέλεσμα πείρας΄ (< αρχ. ρ. πειρα- (πειρῶμαι) `εξετάζω, προσπαθώ΄) -μα σημδ. αγγλ. experiment]
πειραματίζομαι [piramatízome] Ρ2.1β : 1. κάνω, εκτελώ πειράματα· δοκιμάζω ή εφαρμόζω θεωρητικές γνώσεις ή υποθέσεις για μελέτη ή επαλήθευση: Πειραματίζεται με ποντίκια. 2. κάνω κτ. δοκιμαστικά (για να διαπιστώσω την πιθανότητα επιτυχίας, τις σχετικές δυσκολίες, τα προβλήματα κτλ. και να προνοήσω ανάλογα): Mην πειραματίζεσαι άδικα.
[λόγ. πειραματ- (πείραμα) -ίζομαι απόδ. αγγλ. experiment μέσο κατά το ασχολούμαι(;)]
πειραματικός -ή -ό [piramatikós] Ε1 : 1α. που ανήκει ή αναφέρεται στο πείραμα: Πειραματική μέθοδος / διαδικασία. β. που γίνεται με πείραμα: H πειραματική απόδειξη ενός νόμου. Πειραματική έρευνα / μελέτη. γ. που χρησιμοποιεί κυρίως το πείραμα: Πειραματικές επιστήμες, που στηρίζονται κυρίως στο πείραμα: Πειραματική ψυχολογία. δ. που εφαρμόζει και δοκιμάζει νέες ιδέες και μεθόδους: Πειραματική διδασκαλία. Πειραματικό σχολείο. Πειραματικές καλλιέργειες. Πειραματικό θέατρο, με ρεπερτόριο έργα που πρώτη φορά παίζονται, με νέους ηθοποιούς κτλ. ε. που δοκιμάζεται, χωρίς να έχει γίνει ακόμη αποδεκτός επίσημα, που βρίσκεται στο στάδιο της δοκιμασίας, του ελέγχου και της επεξεργασίας από πρακτική άποψη: H μέθοδος βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο / σε πειραματική φάση. πειραματικά & (λόγ.) πειραματικώς ΕΠIΡΡ: ~ αποδεδειγμένη αλήθεια.
[λόγ. πειραματ- (πείραμα) -ικός μτφρδ. αγγλ. experimental· λόγ. πειραματικ(ός) -ώς]
πειραματισμός ο [piramatizmós] Ο17 : η ενέργεια του πειραματίζομαι (συνηθ. στη σημ. 2): Aς ακολουθήσουμε τη γνωστή μέθοδο, γιατί δεν είναι καιρός για επικίνδυνους πειραματισμούς.
[λόγ. πειραματισ- (πειραματίζομαι) -μός μτφρδ. αγγλ. experimentation]
πειραματιστής ο [piramatistís] Ο7 θηλ. πειραματίστρια [piramatístria] Ο27 : αυτός που κάνει πειράματα, που πειραματίζεται.
[λόγ. πειραματισ- (πειραματίζομαι) -τής μτφρδ. αγγλ. experimentalist· λόγ. πειραματισ(τής) -τρια]
πειρασμός ο [pirazmós] Ο17 : α. στη χριστιανική θεολογία, διέγερση επιθυμίας που μπορεί να κάμψει τη βούληση και να παρασύρει τον άνθρωπο σε αμαρτία· (πρβ. σκανδαλισμός): Οι πειρασμοί του Aγίου Aντωνίου. β. διέγερση επιθυμίας που παρακινεί κπ. σε πράξη αντίθετη προς ό,τι θεωρεί σωστό ή πρέπον: Δεν άντεξα στον πειρασμό και ρώτησα. Δεν άντεξα στον πειρασμό να μη δοκιμάσω το φημισμένο κρασί τους. Yπέκυψα / αντιστάθηκα στον πειρασμό. ΦΡ βάζω κπ. σε πειρασμό ή στον πειρασμό να…, τον παρασύρω σε αμάρτημα ή σε πράξη απρεπή. μπαίνω σε πειρασμό ή στον πειρασμό να…, κυριεύομαι ή υποκύπτω στην επιθυμία να κάνω κτ. απαγορευμένο, απρεπές κτλ. γ. για ό,τι βάζει σε πειρασμό: Mια ωραία μεγάλη τούρτα, σωστός ~. || για γυναίκα που προκαλεί ερωτικό πόθο: Είναι σωστός ~.
[ελνστ. πειρασμός]
πειρατεία η [piratía] Ο25 : 1. η πράξη ή η δραστηριότητα των πειρατών· κατάληψη και αρπαγή πλοίου ή ληστεία του φορτίου του. 2. (προφ., μτφ.) άσκηση ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας παράνομα και ευκαιριακά (και σε βάρος των νόμιμων επαγγελματιών): Kάνει ~ με κασέτες.
[λόγ. < ελνστ. πειρατεία (στη σημ. 1)]
πειρατής ο [piratís] Ο7 : 1. αυτός που επιτίθεται σε πλοία (εμπορικά) και αρπάζει το φορτίο τους· ληστής σε θάλασσα· κουρσάρος: Πειρατές του Aιγαίου. 2. (προφ., μτφ.) για πρόσωπο που ασκεί ορισμένη επαγγελματι κή δραστηριότητα παράνομα και ευκαιριακά.
[λόγ. < ελνστ. πειρατής (στη σημ. 1)]
πειρατικός -ή -ό [piratikós] Ε1 : 1. που ανήκει ή αναφέρεται στους πειρατές της θάλασσας· κουρσάρικος:Πειρατικό καράβι. ~ στόλος. Πειρατική σημαία. Πειρατικές επιδρομές. || (ως ουσ.) το πειρατικό, για πλοίο.2. (προφ., μτφ.) που χρησιμοποιείται για την παράνομη και ευκαιριακή άσκηση επαγγέλματος: Πειρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί. Πειρατικό ταξί / πούλμαν. || Πειρατικές βιντεοκασέτες, που έχουν αναπαραχθεί παράνομα. || (ως ουσ.) το πειρατικό, για αυτοκίνητο.
[λόγ. < ελνστ. πειρατικός (στη σημ. 1)]
πειραχτήρι το [piraxtíri] Ο44 & πειραχτήριο το [piraxtírio] Ο42 : για πρόσωπο, συχνά παιδί, που του αρέσει να πειράζει, να ενοχλεί για αστεϊσμό άλλους: Tο ~ της παρέας μας / της τάξης μας. Mεγάλο ~ ο φίλος σου!
[-τήρι: πειρακ- (πειράζω) -τήρι με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] · -τήριο: λόγ. επίδρ.]
πειραχτικός -ή -ό [piraxtikós] & πειρακτικός -ή -ό [piraktikós] Ε1 : που πειράζει, που προκαλεί ή επιδιώκει να προκαλέσει λύπη, θυμό κτλ., να προσβάλει κτλ.· (πρβ. δηκτικός, προσβλητικός): Πειραχτικά λόγια / γέλια. Πειραχτική ματιά. || προσβλητικός: Πειραχτικά σχόλια.
[-χτ-: πειρακ- (πειράζω) -τικός με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] · -κτ-: λόγ. επίδρ.]
πείρω
noun
ναύλο fare, nylon
τιμή price, value, honor, rate, cost, fare
ναύλος fare, freight, freightage
κομίστρο fare
τροφή food, feed, diet, nourishment, nutrition, fare
verb
διάγω fare
περνώ pass, cross, come across, go by, get by, fare
From Proto-Indo-European *per-. Cognates include Old Church Slavonic на-перѫ (pierce), Sanskrit पिपर्ति (píparti, to bring over to, deliver) and Old English faru (English fare).
§
This page contains the first 25 occurrences. Please follow the link(s) at the bottom of the page to see the rest of the occurrences your search found.

1. Aeschines. Speeches [ Aeschin. speech 3 section 99 ]
ἴδιον καὶ οὐ κοινὸν ποιεῖ. οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι ἀλαζόνες, ὅταν τι ψεύδωνται, ἀόριστα καὶ ἀσαφῆ πειρῶνται λέγειν, φοβούμενοι τὸν ἔλεγχον· Δημοσθένηςδ’ ὅταν ἀλαζονεύηται, πρῶτον μὲν μεθ’ ὅρκου ψεύδεται, ἐξώλειαν ἐπαρώμενος ἑαυτῷ, δεύτερον

2. Andocides. Speeches [ Andoc. speech 2 section 3 ]
παραγενόμενοι ἐλέγχοντες οἷοί τ’ ἦσαν ἀποδεῖξαι εἴ τι μὴ ὀρθῶς ἐλέγετο, οὔτ’ ἄλλος οὐδείς, ἐνθάδε δὲ νῦν πειρῶνται διαβάλλειν. σημεῖον οὖν τοῦτοὅτι οὗτοι οὐκ ἀφ’ αὑτῶν ταῦτα πράττουσιν — εὐθὺς γὰρ ἂν τότε ἠναντιοῦντο —

3. Appian. The Wars in Spain [ App. Hisp. section 1 ]
συμφερόμενοι· ἔστι δ’ αὐτοῖς ὁ διάπλους ἥμισυ ἡμέρας, καὶ τὰ λοιπὰ οὔτε Ῥωμαῖοι οὔτε τὰ ἔθνη τὰ ὑπὸ Ῥωμαίοις πειρῶνται τοῦδε τοῦ ὠκεανοῦ.μέγεθος δὲ τῆς Ἰβηρίας, τῆς Ἱσπανίας νῦν ὑπὸ τινῶν ἀντὶ Ἰβηρίας λεγομένης, ἐστὶ πολὺ καὶ

4. Aristotle. Metaphysics [ Arist. Metaph. section 995b line 20 ]
ἀνομοίου καὶ ἐναντιότητος, καὶ περὶ προτέρου καὶ ὑστέρου καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων τῶν τοιούτων περὶ ὅσων οἱ διαλεκτικοὶ πειρῶνται σκοπεῖν ἐκ τῶνἐνδόξων μόνων ποιούμενοι τὴν σκέψιν, τίνος ἐστὶ θεωρῆσαι περὶ πάντων· ἔτι δὲ τούτοις αὐτοῖς

5. Aristotle. Metaphysics [ Arist. Metaph. section 1084a line 30 ]
μᾶλλόν τι ὂν καὶ εἶδος αὐτῆς τῆς δεκάδος, καίτοι τοῦ μὲν οὐκ ἔστι γένεσις ὡς ἑνός, τῆς δ’ ἔστιν. πειρῶνται δ’ ὡς τοῦ μέχρι τῆς δεκάδος τελείου ὄντοςἀριθμοῦ. γεννῶσι γοῦν τὰ ἑπόμενα, οἷον τὸ κενόν, ἀναλογίαν, τὸ

6. Aristotle. Nicomachean Ethics [ Arist. Eth. Nic. bekker page 1173a line 30 ]
τέλειόν τε τἀγαθὸν τιθέντες, τὰς δὲ κινήσεις καὶ τὰς γενέσεις ἀτελεῖς, τὴν ἡδονὴν κίνησιν καὶ γένεσιν ἀποφαίνειν πειρῶνται. οὐ καλῶς δ’ ἐοίκασιλέγειν οὐδ’ εἶναι κίνησιν. πάσῃ γὰρ οἰκεῖον εἶναι δοκεῖ τάχος καὶ βραδυτής, καὶ εἰ μὴ

7. Aristotle. Politics [ Arist. Pol. section 1258a line 5 ]
τὴν τῆς ἀπολαυστικῆς ὑπερβολῆς ποιητικὴν ζητοῦσιν· κἂν μὴ διὰ τῆς χρηματιστικῆς δύνωνται πορίζειν, δι’ ἄλλης αἰτίας τοῦτο πειρῶνται, ἑκάστῃχρώμενοι τῶν δυνάμεων οὐ κατὰ φύσιν. ἀνδρείας γὰρ οὐ χρήματα ποιεῖν ἐστιν ἀλλὰ θάρσος, οὐδὲ

8. Aristotle. Politics [ Arist. Pol. section 1274a line 25 ]
ὁ Καταναῖος τοῖς αὑτοῦ πολίταις καὶ ταῖς ἄλλαις ταῖς Χαλκιδικαῖς πόλεσι ταῖς περὶ Ἰταλίαν καὶ Σικελίαν. πειρῶνται δέ τινες καὶ συνάγειν ὡςὈνομακρίτου μὲν γενομένου πρώτου δεινοῦ περὶ νομοθεσίαν, γυμνασθῆναι δ’ αὐτὸν ἐν Κρήτῃ, Λοκρὸν

9. Aristotle. Politics [ Arist. Pol. section 1307a line 10 ]
τὴν ἀρετήν, μάλιστα δὲ τὰ δύο· λέγω δὲ τὰ δύο δῆμον καὶ ὀλιγαρχίαν. ταῦτα γὰρ αἱ πολιτεῖαί τε πειρῶνται μιγνύναι καὶ αἱ πολλαὶ τῶν καλουμένωνἀριστοκρατιῶν. διαφέρουσι γὰρ τῶν ὀνομαζομένων πολιτειῶν αἱ ἀριστοκρατίαι τούτῳ, καὶ διὰ

10. Aristotle. Rhetoric [ Arist. Rh. section 1354b line 25 ]
πραγματείας οὔσης ἢ τῆς περὶ τὰ συναλλάγματα, περὶ μὲν ἐκείνης οὐδὲν λέγουσι, περὶ δὲ τοῦ δικάζεσθαι πάντες πειρῶνται τεχνολογεῖν, ὅτι ἧττόνἐστι πρὸ ἔργου τὰ ἔξω τοῦ πράγματος λέγειν ἐν τοῖς δημηγορικοῖς καὶ ἧττόν ἐστι κακοῦργον

11. Aristotle. Rhetoric [ Arist. Rh. section 1359a line 15 ]
καὶ ἐπαινοῦντες καὶ ψέγοντες, καὶ προτρέποντες καὶ ἀποτρέποντες, καὶ κατηγοροῦντες καὶ ἀπολογούμενοι, οὐ μόνον τὰ εἰρημένα δεικνύναιπειρῶνται, ἀλλὰ καὶ ὅτι μέγα ἢ μικρὸν τὸ ἀγαθὸν ἢ τὸ κακόν, ἢ τὸ καλὸν ἢ τὸ αἰσχρόν, ἢ τὸ

12. Aristotle. Rhetoric [ Arist. Rh. section 1415a line 35 ]
τοῦ ὀργίσαι, καὶ ἐνίοτε τὸ προσεκτικὸν ἢ τοὐναντίον· οὐ γὰρ ἀεὶ συμφέρει ποιεῖν προσεκτικόν, διὸ πολλοὶ εἰς γέλωτα πειρῶνται προάγειν. εἰς δὲεὐμάθειαν ἅπαντα ἀνάξει, ἐάν τις βούληται, καὶ τὸ ἐπιεικῆ φαίνεσθαι· προσέχουσι γὰρ

13. Aristotle. Rhetoric [ Arist. Rh. section 1416b line 5 ]
προθέντα, ὃ εἰς τὸ πρᾶγμα προφέρει ἓν ψέξαι. τοιοῦτοι δὲ οἱ τεχνικώτατοι καὶ ἀδικώτατοι· τοῖς ἀγαθοῖς γὰρ βλάπτειν πειρῶνται, μιγνύντες αὐτὰ τῷκακῷ. κοινὸν δὲ τῷ διαβάλλοντι καὶ τῷ ἀπολυομένῳ, ἐπειδὴ τὸ αὐτὸ ἐνδέχεται πλειόνων

14. Diodorus Siculus. Library [ Diod. Sic. book 14 chapter 1 section 1 ]
κατὰ πᾶν ἔκδηλον ἔχοντες τὴν ἑαυτῶν κακίαν, ὥστε μηδ’ ἐξαρνεῖσθαι, ὅμως ψόγου τυγχάνοντες διαγανακτοῦσι καὶ λόγους εἰσφέρειν πειρῶνται πρὸςτὴν κατηγορίαν. διόπερ εὐλαβητέον ἐκ παντὸς τρόπου τὸ πράττειν τι φαῦλον πᾶσι, μάλιστα μέντοι τοῖς ἡγεμονίας

15. Diodorus Siculus. Library [ Diod. Sic. book 15 chapter 48 section 4 ]
Ἀχαΐαν πόλεων ἔχειν ἀξίωμα πρὸ τοῦ σεισμοῦ. περὶ δὲ τῶν συμπτωμάτων μεγάλης οὔσης ζητήσεως, οἱ μὲν φυσικοὶ πειρῶνται τὰς αἰτίας τῶντοιούτων παθῶν οὐκ εἰς τὸ θεῖον ἀναφέρειν, ἀλλ’ εἰς φυσικάς τινας καὶ κατηναγκασμένας περιστάσεις,

16. Flavius Josephus. Against Apion [ Joseph. Ap. book 2 section 152 ]
κοινωνίας ἐπιθυμηταὶ γενόμενοι καὶ πρῶτοι κατάρξαντες εἰκότως ἂν ἡμερότητι καὶ φύσεως ἀρετῇ διενεγκεῖν μαρτυρηθεῖεν. ἀμέλει πειρῶνται τὰ παρ’αὐτοῖς ἕκαστοι πρὸς τὸ ἀρχαιότατον ἀνάγειν, ἵνα μὴ μιμεῖσθαι δόξωσιν ἑτέρους, ἀλλ’ αὐτοὶ τοῦ ζῆν

17. Flavius Josephus. Against Apion [ Joseph. Ap. book 2 section 283 ]
αἱ νηστεῖαι καὶ λύχνων ἀνακαύσεις καὶ πολλὰ τῶν εἰς βρῶσιν ἡμῖν οὐ νενομισμένων παρατετήρηται. μιμεῖσθαι δὲ πειρῶνται καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλουςἡμῶν ὁμόνοιαν καὶ τὴν τῶν ὄντων ἀνάδοσιν καὶ τὸ φιλεργὸν ἐν ταῖς τέχναις καὶ

18. Galen. On the Natural Faculties [ Gal. Nat.Fac. page 34 ]
σκεδασθεῖεν ἢ πάντως ἂν ὑπὸ τῷ δέρματι συναθροισθεῖεν. Ἀλλὰ καὶ πρὸς ταῦτ’ ἀντιλέγειν οἱ νῦν Ἀσκληπιάδειοι πειρῶνται, καίτοι πρὸς ἁπάντων ἀεὶτῶν παρατυγχανόντων αὐτοῖς, ὅταν περὶ τούτων ἐρίζωσι, καταγελώμενοι. οὕτως ἄρα δυσαπότριπτόν τι

19. Herodotus. The Histories [ Hdt. book 2 chapter 95 section 3 ]
δὲ κώνωπες, ἢν μὲν ἐν ἱματίῳ ἐνειλιξάμενος εὕδῃ ἢ σινδόνι, διὰ τούτων δάκνουσι, διὰ δὲ τοῦ δικτύου οὐδὲ πειρῶνται ἀρχήν. τὰ δὲ δὴ πλοῖά σφι,τοῖσι φορτηγέουσι, ἐστὶ ἐκ τῆς ἀκάνθης ποιεύμενα, τῆς ἡ

20. Hippocrates. Fractures [ Hipp. Fract. section 24 ]
ἐπιδέουσιν, ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον. Ἐπὴν δὲ τὰ ἕλκεα καθαρὰ γένηται, καὶ ἤδη ξυμφύηται, τότε τοῖσιν ὀθονίοισί συχνοῖσι πειρῶνται ἐπιδεῖν, καὶ νάρθηξικατορθοῦν. Αὕτη μὲν ἡ ἴησις ἀγαθόν τι ποιέει, κακὸν δὲ οὐ μέγα. Τὰ μέντοι ὀστέα

21. Hippocrates. Joints [ Hipp. Art. section 46 ]
οἰόμενοι τοὺς σπονδύλους ἔσω οἴχεσθαι. Προσεξαπατᾷ δὲ ἔτι αὐτοὺς καὶ τὰ σχήματα τῶν τετρωμένων· ἢν μὲν γὰρ πειρῶνται καμπύλλεσθαι,ὀδυνῶνται, περιτενέος γινομένου ταύτῃ τοῦ δέρματος, ᾗ τέτρωνται· καὶ ἅμα τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα ἐνθράσσει

22. Isaeus. Speeches [ Isae. speech 1 section 48 ]
τῶν εἰρημένων, ᾧ πάντας ὑμᾶς προσέχειν δεῖ τὸν νοῦν· <ἐν> ὅσῳ γὰρ ἂν ταῦτα λέγοντες ἀποφαίνωσι καὶ πειρῶνται πείθειν ὑμᾶς ὡς ἐκεῖνοςδιέθετο ταύτας τὰς διαθήκας καὶ οὐδὲ πώποτε ὕστερον αὐτῷ μετεμέλησε, <ἀλλὰ> καὶ

23. Isocrates. Letters [ Isoc. Ep. letter 2 section 19 ]
συνειδότες ὅτι πλείους ἠδίκηκε τῶν πιστευσάντων αὐτοῖς ἢ σέσωκε, τὴν δὲ πόλιν τὴν τηλικαύτην δύναμιν κεκτημένην μὴ πειρῶνται θεραπεύειν, ἣκαὶ μίαν ἑκάστην τῶν πόλεων καὶ σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα πολλάκις ἤδη σέσωκεν. ἐνθυμοῦ δ’ ὅτι

24. Isocrates. Speeches [ Isoc. speech 6 section 13 ]
τῆς αὑτῶν πολεμεῖν, ὑπὲρ Μεσσήνης οὐκ οἴονται δεῖν κινδυνεύειν, ἀλλ’ ἵν’ αὐτοὶ τὴν σφετέραν αὐτῶν ἀσφαλῶς καρπῶνται, πειρῶνται διδάσκεινἡμᾶς ὡς χρὴ τοῖς ἐχθροῖς τῆς ἡμετέρας παραχωρῆσαι, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐπαπειλοῦσιν ὡς εἰ μὴ

25. Isocrates. Speeches [ Isoc. speech 13 section 3 ]
ὅτι τοῖς ἀνθρώποις ἓν τοῦτο τῶν ἀδυνάτων ἐστίν. οὗτοι τοίνυν εἰς τοῦτο τόλμης ἐληλύθασιν, ὥστε πειρῶνται πείθειν τοὺς νεωτέρους ὡς, ἢν αὐτοῖςπλησιάζωσιν, ἅ τε πρακτέον ἐστὶν εἴσονται καὶ διὰ ταύτης τῆς ἐπιστήμης

Results Bibliography

Aeschines, Speeches (XML Header) [genre: prose; rhetoric] [word count] [Aeschin.].
Andocides, Speeches (XML Header) [genre: prose; rhetoric] [word count] [Andoc.].
Appian, The Wars in Spain (XML Header) [genre: prose] [word count] [App. Hisp.].
Aristotle, Metaphysics (XML Header) [genre: prose] [word count] [Arist. Metaph.].
Aristotle, Nicomachean Ethics (XML Header) [genre: prose] [word count] [Arist. Eth. Nic.].
Aristotle, Politics (XML Header) [genre: prose] [word count] [Arist. Pol.].
Aristotle, Rhetoric (XML Header) [genre: prose] [word count] [Arist. Rh.].
Diodorus Siculus, Library (XML Header) [genre: prose] [word count] [Diod. Sic.].
Flavius Josephus, Against Apion (XML Header) [genre: prose] [word count] [Joseph. Ap.].
Galen, On the Natural Faculties (XML Header) [word count] [Gal. Nat.Fac.].
Herodotus, The Histories (XML Header) [genre: prose] [word count] [Hdt.].
Hippocrates, Fractures (XML Header) [genre: prose; science; medicine] [word count] [Hipp. Fract.].
Hippocrates, Joints (XML Header) [genre: prose; science; medicine] [word count] [Hipp. Art.].
Isaeus, Speeches (XML Header) [genre: prose; rhetoric] [word count] [Isae.].
Isocrates, Letters (XML Header) [genre: prose] [word count] [Isoc. Ep.].
Isocrates, Speeches (XML Header) [genre: prose; rhetoric] [word count] [Isoc.].
Your search found 53 occurrences
§
τοῦ ὀργίσαι, καὶ ἐνίοτε τὸ προσεκτικὸν ἢ τοὐναντίον· οὐ γὰρ ἀεὶ συμφέρει ποιεῖν προσεκτικόν, διὸ πολλοὶ εἰς γέλωτα πειρῶνται προάγειν. εἰς δὲεὐμάθειαν ἅπαντα ἀνάξει, ἐάν τις βούληται, καὶ τὸ ἐπιεικῆ φαίνεσθαι· προσέχουσι γὰρ
τὴν τῆς ἀπολαυστικῆς ὑπερβολῆς ποιητικὴν ζητοῦσιν· κἂν μὴ διὰ τῆς χρηματιστικῆς δύνωνται πορίζειν, δι’ ἄλλης αἰτίας τοῦτο πειρῶνται, ἑκάστῃχρώμενοι τῶν δυνάμεων οὐ κατὰ φύσιν. ἀνδρείας γὰρ οὐ χρήματα ποιεῖν ἐστιν ἀλλὰ θάρσος, οὐδὲ
Indicative Subjunctive Optative Imperative Infinitive Participle
Pres. Sg. πειρ-ῶ πειρ-ῶ πειρ-ῷ-μι or πειρ-ῴ-ην πειρ-ᾶν πειρ-ῶν
πειρ-ῶσα
πειρ-ῶν
πειρ-ᾷ-ς πειρ-ᾷ-ς πειρ-ῷ-ς or πειρ-ῴ-ης πείρ-α
πειρ-ᾷ πειρ-ᾷ πειρ-ῷ or πειρ-ῴ-η πειρ-ά-τω
Dl. πειρ-ᾶ-τον πειρ-ᾶ-τον πειρ-ῷ-τον πειρ-ᾶ-τον
πειρ-ᾶ-τον πειρ-ᾶ-τον πειρ-ῴ-την πειρ-ά-των
Pl. πειρ-ῶ-μεν πειρ-ῶ-μεν πειρ-ῷ-μεν
πειρ-ᾶ-τε πειρ-ᾶ-τε πειρ-ῷ-τε πειρ-ᾶ-τε
πειρ-ῶ-σι(ν) πειρ-ῶ-σι(ν) πειρ-ῷ-εν πειρ-ώ-ντων andπειρ-ώ-τωσαν
Imperf. Sg. ἐ-πείρ-ω-ν
ἐ-πείρ-α-ς
ἐ-πείρ-α
Dl. ἐ-πειρ-ᾶ-τον
ἐ-πειρ-ά-την
Pl. ἐ-πειρ-ῶ-μεν
ἐ-πειρ-ᾶ-τε
ἐ-πείρ-ω-ν
Fut. Sg. πειρά-σ-ω πειρά-σ-οι-μι πειρά-σ-ειν πειρά-σ-ων
πειρά-σ-ουσα
πειρᾶ-σ-ον
πειρά-σ-εις πειρά-σ-οι-ς
πειρά-σ-ει πειρά-σ-οι
Dl. πειρά-σ-ε-τον πειρά-σ-οι-τον
πειρά-σ-ε-τον πειρα-σ-οί-την
Pl. πειρά-σ-ο-μεν πειρά-σ-οι-μεν
πειρά-σ-ε-τε πειρά-σ-οι-τε
πειρά-σ-ου-σι(ν) πειρά-σ-οι-εν
Aor. Sg. ἐ-πείρα-σ-α πειρά-σ-ω πειρά-σ-αι-μι πειρᾶ-σ-αι πειρά-σ-ας
πειρά-σ-ασα
πειρᾶ-σ-αν
ἐ-πείρα-σ-ας πειρά-σ-ῃς πειρά-σ-αι-ς and πειρά-σ-ει-ας πείρα-σ-ον
ἐ-πείρα-σ-ε(ν) πειρά-σ-ῃ πειρά-σ-αι and πειρά-σ-ει-ε(ν) πειρα-σ-άτω
Dl. ἐ-πειρά-σ-α-τον πειρά-σ-η-τον πειρά-σ-αι-τον πειρά-σ-α-τον
ἐ-πειρα-σ-ά-την πειρά-σ-η-τον πειρα-σ-αί-την πειρα-σ-ά-των
Pl. ἐ-πειρά-σ-α-μεν πειρά-σ-ω-μεν πειρά-σ-αι-μεν
ἐ-πειρά-σ-α-τε πειρά-σ-η-τε πειρά-σ-αι-τε πειρά-σ-α-τε
ἐ-πείρα-σ-α(ν) πειρά-σ-ω-σι(ν) πειρά-σ-αι-εν and πειρά-σ-ει-α(ν) πειρα-σ-ά-ντων and
πειρα-σ-ά-τωσαν
Perf. Sg. πε-πείρα-κ-α πειράσαςἔχω πε-πειρά-κ-ω πεπειρακώς ὦ πε-πειρά-κ-οι-μι πεπειρακώς εἴην πε-πειρα-κ-έναι πε-πειρα-κ-ώς
πε-πειρα-κ-υῖα
πε-πειρα-κ-ός
πε-πείρα-κ-ας πειράσαςἔχεις πε-πειρά-κ-ῃς πεπειρακώς ᾖς πε-πειρά-κ-οι-ς πεπειρακώς εἴης πεπειρακώς ἴσθι
πε-πείρα-κ-ε(ν) πειράσαςἔχει πε-πειρά-κ-ῃ πεπειρακώς ᾖ πε-πειρά-κ-οι πεπειρακώς εἴη πεπειρακώς ἔστω
Dl. πε-πειρά-κ-α-τον πε-πειρά-κ-η-τον πε-πειρά-κ-οι-τον
πε-πειρά-κ-α-τον πε-πειρά-κ-η-τον πε-πειρα-κ-οί-την
Pl. πε-πειρά-κ-α-μεν πειράντεςἔχομεν πε-πειρά-κ-ω-μεν πεπειρακότες ὦμεν πε-πειρά-κ-οι-μεν πεπειρακότες εἴημεν
πε-πειρά-κ-α-τε πειράντεςἔχετε πε-πειρά-κ-η-τε πεπειρακότες ἦτε πε-πειρά-κ-οι-τε πεπειρακότες εἴητε πεπειρακότες ἔστε
πε-πειρά-κ-α-σι(ν) πειράντεςἔχουσι(ν) πε-πειρά-κ-ω-σι(ν) πεπειρακότες ὦσι(ν) πε-πειρά-κ-οι-εν πεπειρακότες εἴησαν πεπειρακότες ἔστων
Plup. Sg. ἐ-πε-πειρά-κ-ειν πειράσαςεἶχον
ἐ-πε-πειρά-κ-εις πειράσαςεἶχες
ἐ-πε-πειρά-κ-ει πειράσαςεἶχε
Dl. ἐ-πε-πειρά-κ-ε-τον
ἐ-πε-πειρα-κ-έ-την
Pl. ἐ-πε-πειρά-κ-ε-μεν πειράντεςεἴχομεν
ἐ-πε-πειρά-κ-ε-τε πειράντεςεἴχετε
ἐ-πε-πειρά-κ-ε-σαν πειράντεςεἶχον
Fut.Perf. Sg. πεπειρακώς ἔσομαι
πεπειρακώς ἔσει
πεπειρακώς ἔσται
Dl.
Pl. πεπειρακότες ἐσόμεθα
πεπειρακότες ἔσεσθε
πεπειρακότες ἔσονται
§
Indicative Subjunctive Optative Imperative Infinitive Participle
Pres. Sg. πειρ-ῶ-μαι πειρ-ῶ-μαι πειρ-ῴ-μην πειρ-ᾶ-σθαι πειρ-ώ-μενος
πειρ-ω-μένη
πειρ-ώ-μενον
πειρ-ᾷ πειρ-ᾷ πειρ-ῷ-ο πειρ-ῶ
πειρ-ᾶ-ται πειρ-ᾶ-ται πειρ-ῷ-το πειρ-ά-σθω
Dl. πειρ-ᾶ-σθον πειρ-ᾶ-σθον πειρ-ῷ-σθον πειρ-ᾶ-σθον
πειρ-ᾶ-σθον πειρ-ᾶ-σθον πειρ-ῴ-σθην πειρ-ά-σθων
Pl. πειρ-ώ-μεθα πειρ-ώ-μεθα πειρ-ῴ-μεθα
πειρ-ᾶ-σθε πειρ-ᾶ-σθε πειρ-ῷ-σθε πειρ-ᾶ-σθε
πειρ-ῶ-νται πειρ-ῶ-νται πειρ-ῷ-ντο πειρ-ά-σθωνand πειρ-ά-σθωσαν
Imperf. Sg. ἐ-πειρ-ώ-μην
ἐ-πειρ-ῶ
ἐ-πειρ-ᾶ-το
Dl. ἐ-πειρ-ᾶ-σθον
ἐ-πειρ-ά-σθην
Pl. ἐ-πειρ-ώ-μεθα
ἐ-πειρ-ᾶ-σθε
ἐ-πειρ-ῶ-ντο
Fut. M
I
D
D
L
E
Sg. πειρά-σ-ομαι πειρα-σ-οί-μην πειρά-σ-εσθαι πειρα-σ-ό-μενος
πειρα-σ-ο-μένη
πειρα-σ-ό-μενον
πειρά-σ-ῃ and πειρά-σ-ει πειρά-σ-οι-ο
πειρά-σ-εται πειρά-σ-οι-το
Dl. πειρά-σ-ε-σθον πειρά-σ-οι-σθον
πειρά-σ-ε-σθον πειρα-σ-οί-σθην
Pl. πειρα-σ-ό-μεθα πειρα-σ-οί-μεθα
πειρά-σ-ε-σθε πειρά-σ-οι-σθε
πειρά-σ-ο-νται πειρά-σ-οι-ντο
P
A
S
S
I
V
E
Sg. πειρα-θή-σ-ο-μαι πειρα-θη-σ-οί-μην πειρα-θή-σ-ε-σθαι πειρα-θη-σ-ό-μενος
πειρα-θη-σ-ο-μένη
πειρα-θη-σ-ό-μενον
πειρα-θή-σ-ῃ and πειρα-θή-σ-ει πειρα-θή-σ-οι-ο
πειρα-θή-σ-ε-ται πειρα-θή-σ-οι-το
Dl. πειρα-θή-σ-ε-σθον πειρα-θή-σ-οι-σθον
πειρα-θή-σ-ε-σθον πειρα-θη-σ-οί-σθην
Pl. πειρα-θη-σ-ό-μεθα πειρα-θη-σ-οί-μεθα
πειρα-θή-σ-ε-σθε πειρα-θή-σ-οι-σθε
πειρα-θή-σ-ο-νται πειρα-θή-σ-οι-ντο
Aor. M
I
D
D
L
E
Sg. ἐ-πειρα-σ-ά-μην πειρά-σ-ω-μαι πειρα-σ-αί-μην πειρά-σ-ασθαι πειρα-σ-ά-μενος
πειρα-σ-α-μένη
πειρα-σ-ά-μενον
ἐ-πειρά-σ-ω πειρά-σ-ῃ πειρά-σ-αι-ο πείρα-σ-αι
ἐ-πειρά-σ-ατο πειρά-σ-ηται πειρά-σ-αι-το πειρα-σ-ά-σθω
Dl. ἐ-πειρά-σ-α-σθον πειρά-σ-η-σθον πειρά-σ-αι-σθον πειρά-σ-α-σθον
ἐ-πειρα-σ-ά-σθην πειρά-σ-η-σθον πειρα-σ-αί-σθην πειρα-σ-ά-σθων
Pl. ἐ-πειρα-σ-ά-μεθα πειρα-σ-ώ-μεθα πειρα-σ-αί-μεθα
ἐ-πειρά-σ-α-σθε πειρά-σ-η-σθε πειρά-σ-αι-σθε πειρά-σ-α-σθε
ἐ-πειρά-σ-α-ντο πειρά-σ-ω-νται πειρά-σ-αι-ντο πειρα-σ-ά-σθων and
πειρα-σ-ά-σθωσαν
P
A
S
S
I
V
E
Sg. ἐ-πειρά-θη-ν πειρα-θῶ πειρα-θείη-ν πειρα-θῆναι πειρα-θείς (πειρα-θέντος)
πειρα-θεῖσα
πειρα-θέν
ἐ-πειρά-θη-ς πειρα-θῆ-ς πειρα-θείη-ς πειρά-θη-τι
ἐ-πειρά-θη πειρα-θῇ πειρα-θείη πειρα-θή-τω
Dl. ἐ-πειρά-θη-τον πειρα-θῆ-τον πειρα-θείη-τον πειρά-θη-τον
ἐ-πειρα-θή-την πειρα-θῆ-τον πειρα-θειή-την πειρα-θή-των
Pl. ἐ-πειρά-θη-μεν πειρα-θῶ-μεν πειρα-θείη-μεν andπειρα-θεῖ-μεν
ἐ-πειρά-θη-τε πειρα-θῆ-τε πειρα-θείη-τε andπειρα-θεῖ-τε πειρά-θη-τε
ἐ-πειρά-θη-σαν πειρα-θῶ-σι(ν) πειρα-θείη-σαν andπειρα-θεῖ-εν πειρα-θή-ντωνand
πειρα-θή-τωσαν
Perf. Sg. πε-πείρα-μαι πεπειραμένος ὦ πεπειραμένος εἴην πε-πειρᾶ-σθαι πε-πειρα-μένος
πε-πειρα-μένη
πε-πειρα-μένον
πε-πείρα-σαι πεπειραμένος ἦς πεπειραμένος εἴης πε-πείρα-σο
πε-πείρα-ται πεπειραμένος ἦ πεπειραμένος εἴη πε-πειρά-σθω
Dl. πε-πείρα-σθον πε-πείρα-σθον
πε-πείρα-σθον πε-πειρά-σθων
Pl. πε-πειρά-μεθα πεπειραμένοι ὦμεν πεπειραμένοι εἴημεν
πε-πείρα-σθε πεπειραμένοι ἦτε πεπειραμένοι εἴητε πε-πείρα-σθε
πε-πείρα-νται πεπειραμένοι ὦσι(ν) πεπειραμένοι εἴησαν πε-πειρά-σθωand πε-πειρά-σθωσαν
Plup. Sg. ἐ-πε-πειρά-μην
ἐ-πε-πείρα-σο
ἐ-πε-πείρα-το
Dl. ἐ-πε-πείρα-σθον
ἐ-πε-πειρά-σθην
Pl. ἐ-πε-πειρά-μεθα
ἐ-πε-πείρα-σθε
ἐ-πε-πείρα-ντο
Fut.Perf. Sg. πε-πειρά-σ-ομαι πεπειραμένος ἔσομαι πε-πειρα-σ-οί-μην πεπειραμένος ἐσοίμην πε-πειρά-σ-εσθαιand πεπειραμένος ἔσεσθαι πε-πειρα-σ-ό-μενος
πε-πειρα-σ-ο-μένη
πε-πειρα-σ-ό-μενον
πε-πειρά-σ-ῃand πε-πειρά-σ-ει πεπειραμένος ἔσει πε-πειρά-σ-οι-ο πεπειραμένος ἔσοιο
πε-πειρά-σ-εται πεπειραμένος ἔσται πε-πειρά-σ-οι-το πεπειραμένος ἔσοιτο
Dl. πε-πειρά-σ-ε-σθον πε-πειρά-σ-οι-σθον
πε-πειρά-σ-ε-σθον πε-πειρα-σ-οί-σθην
Pl. πε-πειρα-σ-ό-μεθα πεπειραμένοι ἐσόμεθα πε-πειρα-σ-οί-μεθα πεπειραμένοι ἐσοίμεθα
πε-πειρά-σ-ε-σθε πεπειραμένοι ἔσεσθε πε-πειρά-σ-οι-σθε πεπειραμένοι ἔσοισθε
πε-πειρά-σ-ονται πεπειραμένοι ἔσονται πε-πειρά-σ-οι-ντο πεπειραμένοι ἔσοιντο
προσπαθώ

https://lh4.googleusercontent.com/-MOMJHUoQglo/USuMWKDs0SI/AAAAAAAAQ50/P-SCL1xTdzU/w442-h331/47049_220268981451492_1931338717_n%2B%25281%2529.jpg

πείρομαι, δοκώ, τείνω, ρέπω, ρέω