η σχετική με την έρευνα νομοθεσία

by kwlwglw

Η μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες

  1. Γενικές πληροφορίες
  2. Eκδότης: Καρδαμίτσα
  3. Μορφή: Μαλακό εξώφυλλο
  4. Έτος έκδοσης: 2002
  5. Αριθμός σελίδων: 190
  6. Κωδικός ISBN: 9603541176
  7. Διαστάσεις: 21×14

Περιγραφή

Το βιβλίο “Η μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες” αν και απευθύνεται κυρίως σε φοιτητές των ανθρωπιστικών σπουδών που οφείλουν να ολοκληρώσουν την πτυχιακή τους εργασία, ενδιαφέρει και κάθε ερευνητή που επιθυμεί να συντάξει τη διδακτορική του διατριβή ή να συνθέσει κάποια μελέτη ή βιβλίο. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο επιλογής ενός ερευνητικού θέματος, στην αναζήτηση και συγκέντρωση του βιβλιογραφικού υλικού, τη δομή της μελέτης· λαμβάνεται υπόψη η ελληνική και ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή πραγματικότητα και δίνεται έμφαση στις νέες τεχνολογίες και την προσφορά τους στην έρευνα.
Απαντά σε καίρια ερωτήματα, όπως το εύρος που μπορεί να έχει μια επιστημονική εργασία, πώς επιλέγουμε ένα θέμα, πώς διεξάγουμε τη βιβλιογραφική έρευνα, πώς καταρτίζουμε μια ερευνητική πρόταση, πώς οργανώνουμε το υλικό μας, πώς συντάσσουμε μια επιστημονική εργασία. Ενημερώνει για τη σχετική με την έρευνα νομοθεσία. Συνδέει τις νέες τεχνολογίες (Internet) με τις ανθρωπιστικές σπουδές· παρουσιάζει τις βασικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις για ιστορικούς και φιλολόγους, καταχωρισμένες κατά θεματικές ενότητες. Με δυο λόγια το μικρό αυτό πόνημα ευελπιστεί να διδάξει στο νέο ερευνητή πώς να σκέφτεται και να εργάζεται επιστημονικά.

“Μεθοδολογία της Επιστημονικής Έρευνας”
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ

Το έτος 2013 έχει χαρακτηριστεί “Έτος Στατιστικής”. Δείτε το βίντεο Statistics 2013
Ψυχολογική Στατιστική

ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ επιστημονικής ΕΡΕΥΝΑΣ
Με τον ελληνικό, διεθνή σήμερα, όρο μεθοδολογία, (= “μέθοδος” + “λογία”), χαρακτηρίζεται η συστηματική και λογική μελέτη των αρχών που διέπουν γενικότερα την επιστημονική διερεύνηση. Η μεθοδολογία αποτελεί ιδιαίτερη δεοντολογική επιστήμη, με αντικείμενο τους γενικούς λόγους ισχύος των διαφόρων θεωριών και όχι επί της ουσίας αυτών.
Ο απασχολούμενος με την μεθοδολογία καλείται μεθοδολόγος, που δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον μεθοδιστή, οπαδό του χριστιανικού κινήματος του Μεθοδισμού.Η Μεθοδολογία με την αρχική στενή έννοια του όρου ως συστηματική μελέτη αρχών που διέπουν επιστημονική και φιλοσοφική διερεύνηση, εκ παραδόσεως αποτελούσε κλάδο της Φιλοσοφίας και της Λογικής. Αδυνατώντας όμως η φιλοσοφία να δώσει πολλές φορές απαντήσεις σε ερωτήματα πρακτικής σπουδαιότητας ιδίως των κοινωνιολόγων, οι τελευταίοι άρχισαν να δημιουργούν δικές τους επιμέρους μεθοδολογίες. Συνέπεια αυτών ήταν η μεθοδολογία να θεωρείται ως μια “νοοτροπία” των Κοινωνικών επιστημών και λιγότερο ως ανεξάρτητος κλάδος[1] που χρησιμοποιείται ιδιωματικά για το σύνολο των ερευνών και τεχνικών που προσιδιάζουν σε συγκεκριμένη επιστήμη, ή στη σειρά διαφόρων τεχνικών επί συγκεκριμένων ερευνών. Υπό την δεύτερη αυτή άποψη η μεθοδολογία προσδιορίζει την όλη θεματική ύλη του όρου με την αρχική σημασία του.
Τελικά ο ορισμός της μεθοδολογίας ανέκυψε από το έργο των Γερμανών μετα-Καντιανών φιλοσόφων όπου και άσκησε σημαντική επιρροή στη σύγχρονη χρήση και ειδικά από τους Μαξ Βέμπερ (1864-1920), A. von Schetting και T. Parsons. Έτσι αυτή αποτελεί ιδιαίτερο δεοντολογικό (normative) επιστημονικό κλάδο που μελετά μεθόδους απόκτησης επιστημονικών γνώσεων. Συγκεκριμένα με διάφορες διαδικασίες (ερευνητικές), τρόπους και τεχνικές διερεύνησης και χειρισμού στοιχείων αξιολογούνται διάφορα γεγονότα στη παροχή αληθών γνώσεων.
Ωστόσο διαφέρει με άλλους τρόπους επιστημονικής μελέτης, όπως της πραγματολογικής που αποτελεί αντικείμενο της κοινωνιολογίας της γνώσης. Ειδικότερα χωρίς να επιβάλει αξίες στην εμπειρική επιστήμη ανακαλύπτει τον εγγενή κατά περίπτωση κανόνα.
Συνέχεια των παραπάνω ο Φέλιξ Κάουφμαν στο σύγγραμμά του “Μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών”[2] εκφράζει την άποψη ότι “Η Μεθοδολογία δεν “ομιλεί” περί εμπειρικής επιστήμης”, εισάγοντας έτσι τον όρο “εμπειρική επιστήμη” (empirical science). Έτσι μέσα στο εννοιολογικό αυτό πλαίσιο όπως αναπτύχθηκε ορισμένοι σύγχρονοι συγγραφείς υπογραμμίζουν την φιλοσοφική προσέγγιση ως πόλο των ειδικών προβλημάτων προς επίλυση, όπως π.χ. ο T. Πάρσονς που τονίζει ότι οι ακολουθούμενοι μέθοδοι δεν σχετίζονται με εκείνες της στατιστικής, η της περιπτωσιακής μελέτης, ή κάποιας συνέντευξης, προτείνοντας πως όλα αυτά θα πρέπει να ονομάζονται “τεχνικές”, συνοψίζοντας ότι η Μεθοδολογία δεν είναι αυστηρά επιστημονικός κλάδος, αλλά και ούτε αυστηρά φιλοσοφικός[3]. Την ίδια άποψη ακολουθεί και ο J. C. McKinney θεωρώντας ότι “ο μεθοδολόγος προβαίνει σε ορισμένες αρχικές παραδοχές για τον κόσμο και στη συνέχεια προβαίνει στη δόμηση της έρευνας, ενώ από την άλλη πλευρά ο φιλόσοφος, ο λογικός και ο επιστημολόγος εστιάζουν την προσοχή τους και αναλύονται με αυτές καθεαυτές τις παραδοχές[4].
Συνοψίζοντας τελικά τις διάφορες θέσεις επί της έννοιας Μεθοδολογία στα κείμενα των Πάρσονς, Μακίνευ, Μέρτον καθώς και του Ζνανιέσκυ διακρίνονται φαινομενικές μόνο διαφορές παρά πραγματικές με διακριτή διαφορά στο τονισμό του έργου, ότι δηλαδή ο μεθοδολόγος κωδικοποιεί τις τρέχουσες ερευνητικές πρακτικές προκειμένου ν΄ ανασύρει απ΄ αυτές ότι είναι σταθερό (συνεπές) αλλά και ότι είναι άξιο για να ληφθεί υπόψη σε επόμενη φορά”. Ειδικότερα ο Πάρσονς επικεντρώνεται κυρίως όχι τόσο στον ορισμό, όσο περισσότερο στα μεθοδολογικά προβλήματα και των εξ αυτών ορισμό.
↑ P. F. Lazarfeld & M. Rosenberg “The Language of Social Research” (=Η Γλώσσα της Κοινωνικής Έρευνας) Glencoe, III The Free Press 1955 σελ.4
↑ F. Kaufmann “Methodology of the Social Sciences”, London, Oxford University Press 1944, σελ.240
↑ T. Parsons “Thw Structure of Social Action” (= ) New York, McGraw-Hill 1937, σελ.23-24
↑ J. C. Mckinney “Methodology, Procedures and Techniques in Sociology (= Μεθοδολογία, Διαδικασία και Τεχνικές στην Κοινωνιολογία), που φέρεται στο συλλογικό έργο των H.P. Beker – A. Boskoff: “Modern Sociological Theory in Continuity and Change” (= Σύγχρονη Κοινωνιολογική Θεωρία σε Συνέχεια και Αλλαγή), New York – Dryden Press 1957, σελ.187
Berg, Bruce L., 2009, Ποιοτικές Μέθοδοι Έρευνας για τις Κοινωνικές Επιστήμες . Έβδομη έκδοση. Boston MA: Pearson Education Α.Ε.
Creswell, J. (1998) Ποιοτική έρευνα και το σχεδιασμό της έρευνας: Η επιλογή μεταξύ των πέντε παραδόσεις . Thousand Oaks, Καλιφόρνια: Sage Publications.
Creswell, J. (2003) Σχεδιασμός Έρευνας: Ποιοτική, Ποσοτική και μεικτές προσεγγίσεις Μέθοδοι . Thousand Oaks, Καλιφόρνια: Sage Publications.
Franklin, MI (2012) Κατανόηση Έρευνα: Αντιμέτωποι με την Ποσοτική-Ποιοτική χάσμα . Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Routledge.
Guba, Ε. και Λίνκολν, Γ. (1989). τέταρτης γενιάς αξιολόγησης . Newbury Park, Καλιφόρνια: Sage Publications.
Herrman, CS (2009). «Βασικές αρχές της Μεθοδολογίας”, μια σειρά από έγγραφα σχετικά με τις Κοινωνικές Επιστήμες Research Network (ΑΜΚΑ), σε απευθείας σύνδεση .
James, Ε. Αλάνα, Slater, Τ. και Bucknam, Α. (2011). Δράση Έρευνα για Επιχειρήσεις, Εθελοντικές και Δημόσιας Διοίκησης – Ένα εργαλείο για Complex Times. Thousand Oaks, CA: Sage.
Joubish, ο Δρ Farooq (2009). Εκπαιδευτικής Έρευνας Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Federal Ουρντού, Καράτσι, Πακιστάν
Patton, MQ (2002). Ποιοτικές μέθοδοι έρευνας και αξιολόγησης (3η έκδοση). Thousand Oaks, Καλιφόρνια: Sage Publications.
Silverman, David (Ed). (2011). Ποιοτική Έρευνα: Ζητήματα θεωρίας, τη μέθοδο και πρακτική , τρίτη έκδοση. Λονδίνο, Thousand Oaks, Νέο Δελχί, Σιγκαπούρη: Sage Publications
Νέο λεξικό Webster το Διεθνές της Αγγλικής Γλώσσας, Δεύτερη έκδοση, χωρίς περικοπές , Ουάσιγκτον Neilson, ΤΑ Knott, PW Carhart (επιμ.), Γ. & Γ. Merriam Εταιρείας, Σπρίνγκφιλντ, Μασαχουσέτη, 1950.
Κυρίαρχη έννοια της Μεθοδολογίας είναι η Μέθοδος. Ο όρος, διεθνής σήμερα (method, méthode, methodo) προέρχεται από το ελληνικό ρήμα “μετέρχομαι” που σημαίνει την κίνηση προς κάποιο σκοπό. Ως μέθοδος ορίζεται γενικά σύνολο κατάλληλων αρχών, κανόνων και μέσων που ακολουθούνται επί ορισμένου σκοπού, ή σειρά συντονισμένων διαδικασιών και τακτικών που αυξάνουν τις πιθανότητες της κατάληξης του επιδιωκόμενου σκοπού, (όπως π.χ. στην πολιτική, την εκπαίδευση, την οικονομία, τη διπλωματία κ.λπ.)
Η έννοια της καταλληλότητας των παραπάνω προϋποθέτει ότι αφενός τα μέσα και οι τρόποι είναι προσαρμοσμένοι απόλυτα στη φύση, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιομορφίες του επιδιωκόμενου σκοπού και αφετέρου ότι όλα εξασφαλίζουν πιθανότητες κατάληξης (του σκοπού) με τη λιγότερη δυνατή κόπωση[1].
Υπό τον παραπάνω γενικό ορισμό είναι εμφανές ότι ο όρος δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο, αλλά αντίθετα σε πολλά και διαφορετικά πεδία όπως στη φιλοσοφία με αφαιρετική διάθεση, με στόχο ερμηνευτικό, πολύ δε περισσότερο σε δράσεις κυρίως έρευνας, κάποιας χρονικής στιγμής.[2] Σ΄ όλες τις επιστήμες η μέθοδος βασίζεται σε ορισμένες αρχές καθολικού κύρους όπως είναι η αμφιβολία, η εμπειρική αντίληψη, η απόδειξη, η επαγωγή, η ανάλυση και η σύνθεση. Αυτές αποτελούν και τις κοινές λογικές βάσεις της Μεθοδολογίας τόσο στην επιστημονική έρευνα όσο και στη κοινωνική έρευνα συμπεριφορών.
Γεγονός είναι ότι κάθε επιστήμη ακολουθεί ιδιαίτερο μεθοδολογικό σύστημα που εξ ανάγκης καθορίζεται αυτό από την ίδια τη φύση του αντικειμένου της αλλά και από την άποψη που ακολουθείται η εξέτασή του. Για παράδειγμα διαφορετική είναι η χημική έρευνα της ατμόσφαιρας από την μετεωρολογική, ή η τοπογραφική από τη σεισμική έρευνα ενός τόπου. Κατά συνέπεια παρατηρούνται διάφορες μορφές μεθόδων έρευνας που φθάνουν να γίνονται και εξειδικευμένες. Εκ του συνόλου των παρατηρούμενων επιστημονικών μεθόδων άλλες είναι κοινές μεταξύ των διαφόρων επιστημών και άλλες αποκλειστικές όπως των Συμπεριφορικών επιστημών (Κοινωνιολογίας).

Βασικά είδη μεθόδων, καλούμενες και μεθοδικά συστήματα, που ακολουθούν τόσο οι Επιστήμες συμπεριφοράς όσο και οι Φυσικές επιστήμες είναι[3]:
  1. Η Παρατήρηση,
  2. Η Πειραματική μέθοδος,
  3. Η Στατιστική μέθοδος (γενικά) και είδη αυτής,
  4. Η Μαθηματική μέθοδος (γενικά) και είδη αυτής,
  5. Η Συγκριτική μέθοδος (γενικά),
  6. Η Γενετική μέθοδος,
  7. Η Κοινωνιομετρία,
  8. Η Κλινική μέθοδος, (σε ερευνητικούς σκοπούς) κ.ά.
Όλες οι παραπάνω συνεπικουρούνται με διάφορες συναφείς τεχνικές (ερωτηματολόγια, τεστ, κ.λπ.) καθώς και όργανα μέτρησης (π.χ. κλίμακες εκτίμησης, δείκτες διαθέσεων, τεχνικές Q, αναλύσεις, συνεντεύξεις, κ.ά.). Γενικά στο σύνολό τους αυτές οι μέθοδοι πραγματοποιούνται σε τρία κοινά βασικά στάδια στρατηγικής – τακτικής:
  1. Το στάδιο της προπαρασκευής.
  2. Το στάδιο της εφαρμογής και
  3. Το τελικό στάδιο της λεγόμενης σύνταξης της τελικής αναφοράς.
Κρίνοντας τα αποτελέσματα των διαφόρων μεθόδων αυτά διακρίνονται σε
  1. Ενδεικτικά
  2. Συμπληρωματικά, έναντι άλλων μεθόδων,
  3. Αντικρουόμενα, έναντι άλλων μεθόδων, και
  4. Επιβεβαιωτικά.
Σημειώνεται ότι πολλές φορές συμβαίνει τα αποτελέσματα μιας ακολουθούμενης μεθόδου να συγκρούονται με αποτελέσματα άλλης μεθόδου, (π.χ. μεταξύ παρατήρησης και πειράματος). Στο σημείο αυτό υποχρεωτικά ακολουθούν επαναλήψεις, υπό παραπλήσιες συνθήκες ή και διαφορετικές, καθώς και αναψηλαφήσεις των πραγμάτων. Συνηθέστερα όμως ακολουθούν ιδιαίτερες συζητήσεις των παρατηρητών – ερευνητών όπου μέσα από αντιφάσεις και ασυμφωνίες δίδεται ουσιαστικά η αφετηρία για νέες επιστημονικές κατακτήσεις.

Με τον όρο Στατιστική μέθοδος, ή ορθότερα στατιστικές μέθοδοι χαρακτηρίζεται ένα σύνολο μεθόδων της Στατιστικής με τις οποίες και επιχειρείται η επεξεργασία και ανάλυση των στατιστικών δεδομένων. Οι στατιστικές μέθοδοι δεν θα πρέπει να συγχέονται με τις διάφορες ερευνητικές μεθόδους, ή τεχνικές επινοήσεις συλλογής δεδομένων, ή τρόπους απόσπασης απαντήσεων. Οι στατιστικές μέθοδοι αποτελούν, ουσιαστικά, όργανα ανάλυσης δεδομένων που έχουν συλλεχθεί με οποιοδήποτε τρόπο[1]

Η Στατιστική μέθοδος αποτελεί μία από τις βασικές μεθόδους, τις καλούμενες και μεθοδικά συστήματα, που ακολουθούν τόσο οι Επιστήμες συμπεριφοράς όσο και οι Φυσικές επιστήμες[2] η οποία και συμπληρώνει στο ερευνητικό πεδίο την παρατήρηση και το πείραμα.

Η ιστορία της στατιστικής μεθόδου με την αρχική περιγραφική μορφή της ταυτίζεται με την ιστορία της Στατιστικής. Με την αναλυτική όμως μορφή της ως ανεξάρτητη μέθοδος της παρατήρησης και του πειράματος άρχισε ν΄ αναπτύσσεται ιδιαίτερα από τους ψυχολόγους, όπου και αποτελεί τη μοναδική μαθηματική μέθοδο που χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα. Ένας από τους πρωτοπόρους του χώρου ήταν ο Βέλγος μαθηματικός Quetelet (1796-1874) που εφάρμοσε την καμπύλη Λαπλάς – Γκάους στη κατανομή ανθρωπομετρικών δεδομένων.[3]
Κύριος όμως εισηγητής της στατιστικής μεθόδου στη Ψυχολογία ήταν ο Άγγλος Φράνσις Γκάλτον (Francis Galton) με το βιβλίο του “Hereditary Genius” στη μέτρηση μεγαλοφυΐας. Το 1877 ο Γκάλτον εισήγαγε την τεχνική της συνάφειας, την οποία όμως είχε επινοήσει ο Γάλλος Α. Μπραβέ (. Bravais) το 1846, καθώς και τις γραφικές αναπαραστάσεις. Το 1896 ο Καρλ Πίρσον (Karl Pearson) διαμόρφωσε μια ειδική μαθηματική θεωρία που υπήρξε γόνιμη μετά τη συνεργασία του με τον Φ. Γκάλτον.
Από το 1900 και μετά η στατιστική μέθοδος αρχίζει να εμφανίζεται με γοργό ρυθμό σε πολλά συγγράμματα όπως του Theorndike και του Woodworth. Σημαντική επίσης υπήρξε η συνεισφορά του Εργαστηρίου της Ευγονικής του Λονδίνου όπου το 1901 συγχωνεύτηκε με το Εργαστήριο Βιομετρίας με την προσάρτησή τους στο University College των οποίων οι διευθυντές (K. Pearson και R. Fisher) ταύτισαν την ανατολή του αιώνα με την εισαγωγή της στατιστικής μεθόδου τόσο στη πειραματική όσο και στην εφαρμοσμένη ψυχολογία. Στα δε επόμενα χρόνια προστέθηκε και η λεγόμενη παραγοντική ανάλυση[4].

Γενικά οι Στατιστικές μέθοδοι διακρίνονται σε διάφορες ομάδες ανάλογα του τρόπου προσέγγισης ασφαλών συμπερασμάτων. Αυτές είναι:
  1. Μέθοδοι περιγραφικής στατιστικής: Πρόκειται για τις απλούστερες μεθόδους που με συνοπτικές διαδικασίες βασίζονται στους μέσους όρους, ή σε μέτρα κεντρικής τάσης.
  2. Μέθοδοι δείγματος: Πρόκειται για αντιπροσωπευτικές μεθόδους επί ενός συγκεκριμένου ερευνόμενου πλήθους. Πολλές εξ αυτών επικεντρώνονται στη σπουδαιότητα των παρατηρούμενων διαφορών σχέσεων, ή των “περιγραφικών στατιστικών”.
  3. Μέθοδοι συσχετικές: Πρόκειται για μεθόδους που εφαρμόζει η “στατιστική σχέσεων” όπου κυρίαρχη έννοια είναι ο συσχετισμός. Αυτές εφαρμόζονται κυρίως σε ειδικές μετρήσεις σχέσεων ποσοτικών μεταβλητών, μη λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα χαρακτηριστικών ιδιοτήτων και σχέσεων αυτών με ποσοτικές μεταβλητές.
  4. Μέθοδοι επαγωγής: Πρόκειται για τις μεθόδους που εφαρμόζονται από την επαγωγική ή δειγματοληπτική στατιστική. Στην εφαρμογή αυτών διατυπώνονται προηγουμένως διάφορες εικασίες επί των συλλεγέντων δεδομένων ενός πλήθους. Οι εικασίες αυτές αποτελούν εν προκειμένω “παραμέτρους” του πλήθους, εξ ου και η καλούμενη “παραμετρική στατιστική”. Τελευταία έχουν αναπτυχθεί και άλλες μέθοδοι της λεγόμενης Μη-Παραμετρικής στατιστικής, όπου κατά την επεξεργασία των δεδομένων δεν περιλαμβάνονται οι παραπάνω εικασίες.

Στατιστική
Ό,τι αφορά στο γνωστικό πεδίο της Στατιστικής επιστήμης.
Tο κύριο λήμμα αυτής της κατηγορίας είναι: Στατιστική.

Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στατιστική
Υποκατηγορίες

Αυτή η κατηγορία έχει τις ακόλουθες 5 υποκατηγορίες , από 5 συνολικά.
Δ
[×] Δημοσκόπηση‎ (3 Σ)
Ε
[×] Επιδημιολογία‎ (5 Σ)
Κ
[×] Κατανομές‎ (11 Σ)
Σ
[×] Στατιστικές‎ (2 Σ)
[×] Στατιστικές μέθοδοι‎ (1 Σ)
Σελίδες στην κατηγορία “Στατιστική”

Οι ακόλουθες 52 σελίδες είναι σε αυτή την κατηγορία, από 52 συνολικά.
Στατιστική
A
ARCH
R
RKWard
Α
Ανάλυση Ανεξάρτητων Συνιστωσών
Αναμενόμενη τιμή
Ανεξάρτητη μεταβλητή
Απλή γραμμική παλινδρόμηση
Απογραφή
Απογραφή ναυτικών
Β
Βιοστατιστική
Δ
Στατιστικό δείγμα
Δειγματοληψία
Διακύμανση
Διαχείριση Κινδύνου
Διεθνές Στατιστικό Ινστιτούτο
Στατιστική Δικαιοσύνης
Ε
Εκτιμήτρια συνάρτηση
Ελληνική Στατιστική Αρχή
Ε συνέχεια…
Ενεργειακή στατιστική
Επαγωγή (Φιλοσοφία)
Επιδημιολογία
Ετεροσκεδαστικότητα
Θ
Θεωρία πιθανοτήτων
Ι
Ιστόγραμμα
Ιστορία της τυχαιότητας
Κ
Κατάλογος βιομηχανικών δραστηριοτήτων
Μ
Μέσος όρος
Μέτρο πιθανότητας
Στατιστική μονάδα
Ν
Ναυλοτιμάριθμος
Ο
Οικονομικό βαρόμετρο
Ομοσκεδαστικότητα
Π
Στατιστικός πίνακας
Παλινδρόμηση (στατιστική)
Παράσταση νίκης
Πείραμα τύχης
Π συνέχεια…
Στατιστική περίοδος
Περιθώριο σφάλματος
Πλάνη του τζογαδόρου
Στατιστικός πληθυσμός
Ποιοτική μεταβλητή
Ποσοτική μεταβλητή
Πυραμίδα ηλικιών
Σ
Στατιστικά δεδομένα
Στατιστική μέθοδος
Στατιστικό στοιχείο
Στοχαστικός πίνακας
Συλλογή στατιστικών δεδομένων
Συνάρτηση γάμμα
Συνάρτηση κατανομής
Συνάρτηση πυκνότητας πιθανότητας
Τ
Τυχαίο δείγμα

Η Στατιστική είναι μία μεθοδική μαθηματική, παλαιότερα τεχνική και σήμερα επιστήμη που επιχειρεί να εξαγάγει έγκυρη γνώση χρησιμοποιώντας εμπειρικά δεδομένα παρατήρησης, ή πειράματος. Κύριο αντικείμενο έρευνας και μελέτης της Στατιστικής είναι η συλλογή, ταξινόμηση, επεξεργασία, παρουσίαση, ανάλυση και ερμηνεία διαφόρων δεδομένων με απώτερο στόχο την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για λήψη ορθών αποφάσεων. Πρόκειται για σημαντική επιστήμη της οποίας οι εφαρμογές έχουν ευρύτατο πεδίο στη διοικητική, τις επιχειρήσεις, καθώς και στις θετικές και συμπεριφορικές ή Κοινωνικές επιστήμες[1].
Η Στατιστική αποτελεί σήμερα κλάδο των εφαρμοσμένων μαθηματικών, οι δε ασχολούμενοι στο στατιστικό πεδίο έρευνας και ανάλυσης καλούνται γενικά στατιστικοί ή στατιστικολόγοι.
Γενικά ο όρος Στατιστική φέρεται με διττή σημασία[2], αφενός υποδηλώνοντας μαθηματικές μεθόδους χειρισμού δεδομένων που λήφθηκαν με απαρίθμηση ή μέτρηση και αφετέρου αυτά τα ίδια τα δεδομένα που έχουν υποστεί αυτούς τους χειρισμούς. Σύμφωνα με τον Α. Αλεξόπουλο εξετάζοντας τον ορισμό όπως αυτός καθορίστηκε στη δεκαετία του 1950 “Στατιστική είναι σύνολο μεθόδων που καθοδηγούν στη λήψη ορθών αποφάσεων σε περιπτώσεις αβεβαιότητας” τονίζει την εννοιολογική διάκριση του συνόλου των στοιχείων ενός φαινομένου και το σύνολο των μεθόδων που εξετάζουν αυτά προς τον κοινό σκοπό.
Σύμφωνα με το Λεξικό Οικονομικοτεχνικών Όρων του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητος[3] “Στατιστική είναι α) τα αριθμητικά δεδομένα που αναφέρονται σε σύνολο ατόμων, (έμψυχων, άψυχων, φαινόμενα κ,λπ.) και β) επιστήμη συλλογής, ανάλυσης και ερμηνείας τούτων των δεδομένων”.
Η Στατιστική έρευνα βασίζεται στη χρήση της στατιστικής θεωρίας, ενός κλάδου των εφαρμοσμένων μαθηματικών. Στη στατιστική, η τυχαιότητα και η απροσδιοριστία ορίζονται στα πλαίσια της θεωρίας πιθανοτήτων. Η πρακτική της στατιστικής περιλαμβάνει την σχεδίαση, συλλογή και ερμηνεία δεδομένων που προκύπτουν απο αβέβαιες παρατηρήσεις. Επειδή η στατιστική αποσκοπεί στην εξαγωγή των «καλύτερων» πληροφοριών απο τα διαθέσιμα δεδομένα, κατατάσσεται απο μερικούς σαν κλάδος της θεωρίας των αποφάσεων.
Ο όρος στατιστική είναι αρχαία ελληνική λέξη που ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα ίστημι και του εξ αυτού παραγώγου ρήματος στατίζω που σημαίνει τοποθετώ, ταξινομώ, συμπεραίνω. Παράγωγο δε και ο στατήρας. Τον όρο στατιστική αναφέρει ο Σωκράτης (Ξενοφώντας “Απομνημονεύματα”) καθώς και ο Αριστοτέλης στο έργο του “Πολιτεία” απ΄ όπου και εισήλθε στη λατινική γλώσσα στη φράση statisticum collegium (διάλεξη για υποθέσεις της πολιτείας), από την οποία προήρθε με τη σειρά της η Ιταλική λέξη statista, που σημαίνει πολιτικός, και η Γερμανική λέξη Statistik, η οποία αρχικά αναφερόταν στην ανάλυση των δεδομένων για την πολιτεία. Τη σύγχρονη γενική έννοια της συλλογής και ταξινόμησης δεδομένων φέρεται να έλαβε στις αρχές του δεκάτου ένατου αιώνα.
Η Στατιστική ως έννοια εμφανίζεται από τους μυθικούς χρόνους από της πρώτης δημιουργίας οργανωμένων κοινωνιών. Μια πρώτη γραφή στατιστικής μορφής με αριθμητικά δεδομένα είναι ο νεών κατάλογος (κατάλογος των πλοίων) των Αχαιών στον Τρωικό πόλεμο από τον Όμηρο [4]. Από τον κατάλογο αυτό οι ιστορικοί απέσπασαν σημαντικές εκτιμήσεις της οικονομικής ευρωστίας και του πληθυσμού των πόλεων-κρατών που σημετείχαν καθώς και σημαντικά στοιχεία για την τότε ναυπηγική, ναυτιλία και ναυτική τέχνη. Πρώτη ιστορική συλλογή καθαρά στατιστικών στοιχείων θεωρείται η απογραφή πληθυσμού από τον Αυτοκράτορα της Κίνας Γιάο (Yao) το 2238 π.Χ. Στοιχειώδεις τέτοιες απογραφές είχαν πραγματοποιήσει και άλλοι αρχαίοι λαοί όπως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Πέρσες οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι με χαρακτηριστικότερη την απογραφή του Οκταβιανού του Αυγούστου.
Στην αρχαιότητα πρώτος στόχος συλλογής στατιστικών στοιχείων ήταν η στράτευση και η φορολόγηση τόσο των πολιτών όσο και ολόκληρων πόλεων, π.χ. των σατραπειών της Περσίας, πόλεων της “Αθηναϊκής Συμμαχίας” κ.λπ. Χαρακτηριστική ήταν και η κοινωνική διάρθρωση της αρχαίας Αθήνας στην Αρχαϊκή εποχή λαμβάνοντας υπόψη ως στατιστικά στοιχεία τον μέδιμνο και τον ίππο. Αλλά και η εκπροσώπηση των φυλών και Δήμων της Αθήνας στην Εκκλησία του Δήμου, οι ψηφοφορίες ακόμα και ο οστρακισμός στηρίζονταν σε στατιστικά δεδομένα. Αργότερα με βάση στατιστικών στοιχείων προχώρησαν οι Ρωμαίοι στη διοικητική διαίρεση της Αυτοκρατορίας τους και ακολούθως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δημιουργώντας τα βυζαντινά θέματα.
Η συστηματική όμως συλλογή δεδομένων για πληθυσμό και οικονομία (δημογραφική στατιστική) άρχισε στη διάρκεια της Αναγέννησης και ειδικότερα στη Βενετία και την Φλωρεντία όπου και γρήγορα επεκτάθηκε σ΄ όλα τα τότε Βασίλεια της Ευρώπης. Περί το τέλος του 11ου αιώνα, επί εποχής Γουλιέλμου του Κατακτητή, πραγματοποιήθηκε μια σπουδαία στατιστική απογραφή που αφορούσε μονάδες παραγωγής της Αγγλίας, όπως μεταλλεία, ιχθυοτροφεία κ.λπ. Οι μεγάλοι όμως ρυθμοί θνησιμότητας που άρχισαν να παρατηρούνται λίγο αργότερα, από επιδημικές ασθένειες, πολέμους και λιμοκτονίες έδωσαν ιδιαίτερη ώθηση στη στατιστική έρευνα καταγράφοντας αιτίες και απώλειες. Έτσι το 1348 ξεκίνησαν οι καταγραφές θανάτων από την πανώλη, την φοβερή ασθένεια που κράτησε τέσσερις αιώνες. Στις καταγραφές αυτές προστέθηκαν και θάνατοι από άλλες αιτίες. Το 1620 ο Άγγλος έμπορος Τζον Γκράουντ ξεκίνησε πρώτος τη δειγματοληπτική έρευνα σε οικογένειες του Λονδίνου όπου και διαπίστωσε ότι σε κάθε 88 άτομα υπήρχαν τρεις θάνατοι. Από το στοιχείο αυτό και χρησιμοποιώντας τους εν λόγω καταλόγους που έδιναν 13.200 θανάτους εκτιμήθηκε ότι ο πληθυσμός του Λονδίνου το 1620 αριθμούσε 387.000 κατοίκους.
Έτσι πολλοί επιστήμονες θέτουν αφετηρία της Στατιστικής το έτος 1663, με την έκδοση του βιβλίου Φυσικές και Πολιτικές παρατηρήσεις της Θνησιμότητας του John Graunt.[5]
Η ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου που σημειώθηκε από τον 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα εξανάγκασε τις αρχές των κρατών στη μελέτη των νέων οικονομικών δεδομένων του εμπορίου των μεταφορών και των βιομηχανιών καθώς και του εργατικού δυναμικού. Σήμερα η στατιστική έρευνα από μαθηματική τεχνική έχει αναχθεί σε σπουδαία αυτοτελή επιστήμη ακολουθώντας ιδιαίτερες μεθόδους ανάλυσης.
Η Στατιστική ως ιδιαίτερος κλάδος των μαθηματικών στην ουσία προσφέρει δύο σπουδαίες δυνατότητες αφενός την περιγραφή αριθμητικών συνόλων δεδομένων έρευνας και στη συνέχεια την ανάλυση αυτών. Συνέπεια αυτών των δυνατοτήτων είναι και η βασική διάκρισή της σε περιγραφική στατιστική και σε αναλυτική στατιστική.

Στη Περιγραφική στατιστική περιγράφονται τα διάφορα στατιστικά στοιχεία μετά από συλλογή και ταξινόμηση κατά ομάδες των στατιστικών δεδομένων τα οποία ακολούθως παρουσιάζονται υπό μορφή ανάλυσης σε πίνακες, διαγράμματα με χαρακτηριστικές τιμές, ή ιδιότητες.
Στην Αναλυτική στατιστική, που είναι περισσότερο περίπλοκη, αναζητείται με διάφορες μεθόδους ο προσδιορισμός βαθμού εμπιστοσύνης στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων μέσα όμως από κάποιο περιορισμένο δείγμα στοιχείων ενός γενικότερου συνόλου.

Συνέπεια των παραπάνω είναι η Στατιστική ν΄ αποτελεί σήμερα τον μεγάλο αρωγό στο ερευνητικό πεδίο όλων των επιστημών και όχι μόνο. Ακόμα και στη καθημερινή ζωή η στατιστική απαντάται σ΄ όλους τους χώρους της ανθρώπινης δραστηριότητας λαμβάνοντας έτσι επιμέρους ονομασίες π.χ. δημογραφική, τουριστική, συγκοινωνιακή, πολιτική, βιομηχανική, ναυτιλιακή, αγροτική, εκπαιδευτική, κ.ά. Ιδιαίτερη όμως σημαντική βοήθεια είναι αυτή που προσφέρει στις Συμπεριφορικές επιστήμες επιλύοντας ιδιαίτερα πολύπλοκα και σύνθετα προβλήματα της συμπεριφοράς, μετά από επεξεργασία κάθε είδους αντιδράσεων ή επιδόσεων που με στατιστικές μεθόδους λαμβάνουν μετρήσιμα μεγέθη, ως μεταβλητές, κατόπιν εφαρμογής διαφόρων τεχνικών (π.χ. τεστ, ερωτηματολόγια, κλίμακες μέτρησης, κ.ά.).
Επισημαίνεται ότι η στατιστική ως ιδιαίτερη μέθοδος έρευνας, σε αντίθεση με την παρατήρηση και το πείραμα, ερευνά πάντα πλήθος παρατηρημάτων. Έτσι γεννιέται η έννοια του στατιστικού πληθυσμού που αποτελεί ομάδα παρατηρημάτων, όπως π.χ. μπορεί να είναι ένα σύνολο φοιτητών, ή σύνολο ψηφοφόρων, ή σύνολο παραγομένων οχημάτων κ.ά. Κάθε ένα μέρος αυτής της ομάδας (φοιτητής, ψηφοφόρος, όχημα) αποτελεί στατιστική μονάδα του αντίστοιχου στατιστικού πληθυσμού. Επειδή όμως εκ των πραγμάτων η εξέταση της καθεμιάς στατιστικής μονάδας χωριστά είναι και ιδιαίτερα χρονοβόρα αλλά και οικονομικά ασύμφορη, ακολουθείται η μελέτη ενός μόνο μέρους του συνόλου το οποίο και καλείται στατιστικό δείγμα που λαμβάνεται κατά τη δειγματοληψία με διάφορους τρόπους – μεθόδους.
Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό με το οποίο εξετάζεται ένας στατιστικός πληθυσμός ονομάζεται μεταβλητή, που αποτελεί μετρήσιμο μέγεθος σχέσης, ή αξίας. Οι μεταβλητές (δηλαδή οι εξεταζόμενες ιδιότητες ή χαρακτήρες) διακρίνονται σε διάφορα είδη.
Μετά τη συλλογή των στατιστικών στοιχείων, που επιτελείται με διάφορες διαδικασίες, ακολουθεί η επεξεργασία, η ταξινόμηση, και η παρουσίασή τους σε πίνακες, ή διαγράμματα.
Περιγράφουμε τη γνώση μας (και την άγνοιά μας) μαθηματικά και επιχειρούμε να μάθουμε περισσότερα από οτιδήποτε μπορούμε να παρατηρήσουμε. Αυτό προϋποθέτει:

  1. Να σχεδιάσουμε τις παρατηρήσεις μας ώστε να ελέγχουμε τη μεταβλητότητά τους (σχεδιασμός πειράματος),
  2. Να συνοψίσουμε μια συλλογή παρατηρήσεων για να βρούμε τα κοινά τους σημεία καταγράφοντας λεπτομέρειες (περιγραφική στατιστική), και
  3. Να συμφωνήσουμε σχετικά με το τι μας λένε οι παρατηρήσεις για τον κόσμο που παρατηρούμε (στατιστική συμπερασματολογία)

Μερικές επιστήμες χρησιμοποιούν την εφαρμοσμένη στατιστική τόσο εκτεταμένα ώστε έχουν ειδική ορολογία. Τέτοιοι επιστημονικοί τομείς είναι οι εξής:

  1. Βιοστατιστική
  2. Επιχειρηματική Στατιστική
  3. Οικονομική Στατιστική
  4. Μηχανική Στατιστική
  5. Στατιστική Φυσική
  6. Δημογραφία
  7. Ψυχολογική Στατιστική
  8. Κοινωνική Στατιστική (για όλες τις Κοινωνικές επιστήμες)
  9. Ανάλυση Διαδικασιών και Χημειομετρία (για την ανάλυση δεδομένων από την αναλυτική χημεία και τη χημική μηχανική)
  10. Οικονομετρία
  11. Τεχνομετρία
  12. Διεθνές Στατιστικό Ινστιτούτο
  13. Ανάλυση διακύμανσης (ANOVA)
  14. Θεωρία ακραίας τιμής
  15. Παλινδρόμηση (στατιστική)
  16. Μηχανική Μάθηση
  17. Στατιστική Πολλών Μεταβλητών
  18. Στατιστικά Φαινόμενα


Εφαρμοσμένα μαθηματικά
Ό,τι αφορά στο γνωστικό πεδίο των εφαρμοσμένων μαθηματικών.

Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Εφαρμοσμένα μαθηματικά
Υποκατηγορίες

Αυτή η κατηγορία έχει τις ακόλουθες 6 υποκατηγορίες , από 6 συνολικά.
Α
[+] Αλγόριθμοι‎ (5 Κ, 26 Σ)
Θ
[×] Θεωρία παιγνίων‎ (5 Σ)
[×] Θεωρία της Πληροφορίας‎ (4 Σ)
Κ
[×] Κρυπτογραφία‎ (36 Σ)
Σ
[+] Στατιστική‎ (5 Κ, 52 Σ)
Τ
[+] Τυπικές γλώσσες‎ (1 Κ, 10 Σ)
Σελίδες στην κατηγορία “Εφαρμοσμένα μαθηματικά”

Οι ακόλουθες 13 σελίδες είναι σε αυτή την κατηγορία, από 13 συνολικά.
Εφαρμοσμένα μαθηματικά
Α
Ανάδραση
Ανάλυση ηχητικού σήματος
Ανάλυση Φουριέ
Β
Βελτιστοποίηση
Β συνέχεια…
Βελτιστοποίηση με πολλαπλά κριτήρια
Ε
Εξίσωση Λαπλάς
Επιχειρησιακή έρευνα
Θ
Θεωρία ουρών αναμονής
Θεωρία παιγνίων
Θ συνέχεια…
Θεωρητική φυσική
Μ
Μέθοδος πεπερασμένων στοιχείων
Μαθηματική Οικονομική