ανακάλυψη συνεχώς νέων λεκτικών συλλογισμών

by kwlwglw

Πέμπτη, 01 Μάρτιος 2012 04:58

  • Μπέικον, Φράνσις
  • Written by ΔΟΜΗ
  • font size Print Email
  • Rate this item1 2 3 4 5 (0 votes)

Μπέικον, Φράνσις (Francis Bacon, Λονδίνο 1561 – 1626). Άγγλος φιλόσοφος (σε παλαιότερα ελληνικά κείμενα αναφέρεται με το εξελληνισμένο όνομα Βάκων).
Μπήκε νεότατος στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και σε ηλικία 16 ετών ακολούθησε τον Άγγλο πρεσβευτή στην Αυλή της Γαλλίας. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, αφιερώθηκε στην πολιτική και, μολονότι είχε τη φιλία και την εύνοια του κόμη του Έσεξ, δεν του δόθηκε κανένα σημαντικό αξίωμα, τουλάχιστον όσο ζούσε η βασίλισσα Ελισάβετ. Όταν ο κόμης του Έσεξ, ο ευεργέτης του, παραπέμφθηκε σε δίκη για έγκλημα κατά του κράτους, ο Μ. δέχτηκε να αντιπροσωπεύσει την κατηγορούσα αρχή, προκαλώντας τη γενική αγανάκτηση. Με την άνοδο του Ιακώβου Α’ στον θρόνο (1603), ο Μ. κατέλαβε γρήγορα τα υψηλότερα κρατικά αξιώματα και έγινε στην αρχή λόρδος σφραγιδοφύλακας και έπειτα λόρδος καγκελάριος. Ονομάστηκε επίσης από τον βασιλιά βαρόνος του Βέρουλαμ και υποκόμης του Σεντ Άλμπενζ. Αργότερα ωστόσο κατηγορήθηκε για δωροληψία και κατάχρηση εξουσίας, πέρασε από δίκη και καταδικάστηκε σε μεγάλο πρόστιμο και σε φυλάκιση στον Πύργο του Λονδίνου. Κατάφερε όμως να του χαρίσει την ποινή ο βασιλιάς και αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο, για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μελέτη έως τον θάνατό του. Κυριότερα έργα του είναι τα: Η πρόοδος της γνώσης, που εκδόθηκε στα αγγλικά το 1605 και μεταφράστηκε αργότερα στα λατινικά, Σκέψεις και απόψεις (1607), Η σοφία των αρχαίων (1609), Νέο όργανο (1620), Η αξία και η ανάπτυξη των επιστημών (1623) κ.ά.
Ο Μ. έγινε ο εισηγητής της πρόσδεσης της σύγχρονης εποχής στην ιστορία της φιλοσοφίας και υπήρξε η πρώτη μεγάλη φιλοσοφική φωνή της περιόδου των κοινωνικοπολιτικών αναταράξεων που χαρακτήριζαν την Αγγλία μεταξύ 1575 και 1620, κατά την ακμή της Αναγέννησης και, παράλληλα, κατά την ιστορική στιγμή της ανέλιξης της Αγγλίας σε παγκόσμια δύναμη. Στο κέντρο της σκέψης του βρισκόταν μια ριζικά νέα αντίληψη της φύσης και των επιδιώξεων της ανθρώπινης γνώσης. Σκοπός της αληθινής γνώσης δεν ήταν γι’ αυτόν η μελέτη, αλλά η κατάκτηση και ο μετασχηματισμός της φύσης για τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών για τον άνθρωπο. Σε αντίθεση με την αρχαία επιστήμη, που χρησιμοποιούσε την τυπική αριστοτελική λογική και απέβλεπε στην ανακάλυψη συνεχώς νέων λεκτικών συλλογισμών, σκοπός της σύγχρονης επιστήμης είναι, κατά τον Μ., να δημιουργεί όχι συλλογισμούς αλλά πράξεις, όχι αποδείξεις της τυπικής λογικής, αλλά πειραματικές αποδείξεις. Με την παλιά λογική αποστομώνονται οι αντίπαλοι στις συζητήσεις· με τη νέα νικιέται και δαμάζεται η ίδια η φύση και ο άνθρωπος αποσπά τα μυστικά της. Ο πρώτος τύπος γνώσης είναι στείρος· ο δεύτερος κατακτά, σύμφωνα με τη χαρακτηριστική διατύπωσή του, «νέες τέχνες και όργανα, χάρη στα οποία μπορεί να επιτευχθεί η βελτίωση των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής». Η αληθινή γνώση πρέπει να αποκτάται με έργα.
Το όργανο της σύγχρονης επιστήμης δεν είναι ο συλλογισμός, αλλά το πείραμα, δηλαδή η ενότητα θεωρίας και πράξης, γνώσης και τεχνικής. Η πρόοδος της διάνοιας και του ανθρώπου και η πρόοδος των υλικών συνθηκών της ζωής του είναι το ίδιο πράγμα, υποστήριξε ο Μ., αφού τα όργανα δεν είναι μόνο μέσα για τη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών, αλλά και εγγυήσεις της αλήθειας (cogitata et visa). Όμως, αυτή η «ευτυχής αντιστοιχία ανάμεσα στη διάνοια του ανθρώπου και στη φύση των πραγμάτων», που κερδίζεται με το πείραμα, παγιδεύεται διαρκώς από πλάνες και προλήψεις, δηλαδή απατηλές εικόνες ή είδωλα, τα οποία συσκοτίζουν και εμποδίζουν την ανθρώπινη διάνοια. «Είδωλα του είδους» (idola tribus) είναι, κατά τον Μ., οι πλάνες στις οποίες είναι εκτεθειμένοι οι άνθρωποι από την ίδια τους τη φύση, από τη γενική κατάσταση των νοητικών λειτουργιών, για παράδειγμα η φαντασία idola specus (είδωλα του σπηλαίου, κατά τη γνωστή αλληγορία του Πλάτωνα) και idola theatris (είδωλα του θεάτρου) που προέρχονται από τις εσφαλμένες πεποιθήσεις, τις κοινοτοπίες, τη ζωή μέσα στην κοινωνία, από τον πατροπαράδοτο πολιτισμό καθώς και από τις ασάφειες και τη σύγχυση που επικρατούν πολλές φορές στη γλωσσική έκφραση και στον ίδιο τον λόγο. Η κύρια αιτία που δημιουργεί τα είδωλα είναι ωστόσο ο σεβασμός προς την παράδοση και η ευλάβεια προς τους αρχαίους, ιδιαίτερα προς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, εναντίον των οποίων καταφέρεται ο Μ. στο έργο του Αρρενογένεση του χρόνου. Μεγάλης ηλικίας και πείρας δεν είναι η αρχαιότητα, αλλά η σύγχρονη εποχή, η οποία έχοντας πίσω της χρόνο αρκετά μεγαλύτερο, είχε τον τρόπο να εμπλουτίσει προοδευτικά τις γνώσεις της: «Η αλήθεια είναι θυγατέρα του χρόνου, όχι της αυθεντίας της παράδοσης, και αποκαλύπτεται σταδιακά με τη συγκέντρωση των προσπαθειών και των πειραματισμών του ανθρώπου».
Στη βάση της σύγχρονης πειραματικής επιστήμης βρίσκεται, κατά τον Μ., η επαγωγή, δηλαδή η επαγωγική μέθοδος. Για να αποκτηθεί η γνώση δεν αρκούν μόνο οι αισθήσεις, ούτε μόνο η νόηση: χρειάζεται η μετάβαση από τα επιμέρους γεγονότα στις γενικές αρχές. Τα γεγονότα κατατάσσονται σε πίνακες παρουσίας, σε πίνακες απουσίας και σε πίνακες βαθμών ή σύγκρισης. Στο φαινόμενο της θερμότητας, για παράδειγμα, ο Μ. παρουσιάζει έναν πίνακα περιπτώσεων στις οποίες παρατηρείται το φαινόμενο αυτό, έπειτα έναν πίνακα περιπτώσεων όπου το φαινόμενο δεν εμφανίζεται και, τέλος, έναν πίνακα περιπτώσεων όπου η θερμότητα παρουσιάζει αυξομειώσεις. Έπειτα από τις διαπιστώσεις και τις συγκρίσεις αυτές χρησιμοποιείται η επαγωγική μέθοδος στην ανακάλυψη της μορφής που κρύβεται κάτω από τα φαινόμενα αυτά, η οποία, μόνη, αποκαλύπτει την αληθινή γνώση, τη γνώση δηλαδή που είναι σύμφωνη με την περίφημη νομοτελειακή αρχή του αιτίου και του αποτελέσματος.
Με τη θεωρία του για την επαγωγή, ο Μ. εγκαινίασε την παράδοση της αγγλικής εμπειριοκρατίας και του αγγλικού θετικισμού που επρόκειτο να βρουν την τέλεια έκφρασή τους στο Σύστημα Λογικής του Τζον Στιούαρτ Μιλ. Ωστόσο, η ποιητική ακόμα αντίληψή του για τις μορφές ή αιτίες (αντί της μαθηματικής-ποσοτικής), εμπόδισε τον Μ. να αποσπαστεί αληθινά από την αριστοτελική θεωρία των ουσιών και να δώσει έτσι τη λογική της σύγχρονης επιστήμης, την οποία ίσως να προαισθάνθηκε, αλλά δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει. Οι προφητικές απόψεις του για το μέλλον της επιστήμης έκαναν μεγάλη εντύπωση στους φιλοσόφους, ακόμη και σε oρθολογιστές όπως ο Ρενέ Ντεκάρ (Καρτέσιος) και ο Γκότφριντ Λάιμπνιτς. Στη Νέα Ατλαντίδα του, για παράδειγμα, ο Μ. γράφει: «Σκοπός μας είναι η ανάπτυξη της ανθρώπινης ισχύος έως το σημείο να πραγματοποιούμε όσα βρίσκονται μέσα στα όρια του δυνατού. Θα πετάμε σαν τα πουλιά και θα έχουμε πλοία που θα ταξιδεύουν κάτω από το νερό».